Έμμισθο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών

... θεματοφύλακας εμπραγμάτων δικαιωμάτων και ενεχύρων

ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ – ΕΚΤΑΚΤΗ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ - ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΤΗΣΗΣ ΚΥΡΙΟΤΗΤΟΣ

«…Από τη διάταξη του άρθρου 1041 του Α.Κ. προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος και παρέλευση δεκαετίας στη νομή του πράγματος. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, νόμιμος τίτλος είναι κάθε γεγονός παραγωγικό κατά νόμο κυριότητας, όπως είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει μεταγραφεί νόμιμα και έχει εξωτερικώς όλους τους όρους του εγκύρου τίτλου, τυχόν δε ελαττώματα κείμενα εκτός αυτού, όπως και η έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από τη χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής, μεταξύ των οποίων και η καλή πίστη…» (ΑΠ 1470/2008, ΝΟΜΟΣ).

«…νομιζόμενος τίτλος υπάρχει, αφενός όταν ο τίτλος είναι ανύπαρκτος, διότι δεν υφίσταται ούτε εξωτερικώς, αλλά ο νομέας δικαιολογημένα, ήτοι όχι από βαριά αμέλεια στη  συγκεκριμένη περίπτωση, πίστεψε ότι υπάρχει νόμιμος τίτλος κτήσεως κυριότητας από αυτόν επί ακινήτου, και αφετέρου όταν ο τίτλος είναι άκυρος, γιατί πάσχει από κάποιο ελάττωμα, αλλά ο νομέας τον θεωρεί δικαιολογημένα έγκυρο…» (ΑΠ 1092/2007 ΝοΒ 2008, τ. 56, σελ. 83, ΝΟΜΟΣ) (ΑΠ 35/2008 ΕλλΔνη 2008, τ. 49, σελ. 1089, ΑΠ 1366/2005 ΕλλΔνη 2008, τ. 49, σελ. 816, ΕφΠατρών 15/2004 ΑχΝομ 2004, τ. 20, σελ. 140).

«…ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Τέλος, κατ’ αρθρ. 1044 εδ. α Α.Κ., η καλή πίστη πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της απόκτησης της νομής. Δεν είναι καλόπιστος, γιατί βαρύνεται με βαριά αμέλεια, αυτός που "απέκτησε" ακίνητο παραλείποντας να ελέγξει τα βιβλία μεταγραφών περί των δικαιωμάτων των δικαιοπαρόχων του μεταβιβάζοντος (ΑΠ 453/1975 ΝοΒ 23.1233, ΑΠ 1071/1973, ΝοΒ 22.757)…» (ΑΠ 1918/2008, ΝΟΜΟΣ).«…Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του ακίνητο για μια εικοσαετία, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κάτοχος) είναι νομέας αυτού, αν ασκεί τη φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus). Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinio domini).

Εκείνος, όμως, που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως, όπως ειπώθηκε, αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε κυριότητα. Αν λείπει το πνευματικό στοιχείο, υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία, όμως, μόνη δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία. Μόνο κατοχή υπάρχει, όταν η σωματική εξουσία, ολική ή μερική, ασκείται κατά κανόνα, στο όνομα άλλου με βάση κάποια νόμιμη ή υποτιθέμενη ενοχική σχέση, όπως μίσθωση, παρακαταθήκη, χρησιδάνειο, μεσεγγύηση, εκούσια ή νόμιμη αντιπροσώπευση κ.ά. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερόμενων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο κατά την κοινή αντίληψη με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση. Ο διάδικος που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του. Για την έναρξη της 20ετίας δεν απαιτείται να γνωστοποιήσει σε κανένα ο χρησιδεσπόζων την πρόθεση του να νέμεται το πράγμα για δικό του λογαριασμό, γιατί το στοιχείο αυτό είναι απαραίτητο μόνο μεταξύ του χρησιδεσπόζοντος και άλλων όταν υπάρχει νόμιμη σχέση κοινωνίας.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1045 Α.Κ. και 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι ο κατά της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί ένσταση μεν, αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον, όμως, τα περιστατικά που προτείνονται, αληθινά υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον προτείνοντα την κυριότητα και είναι μεταγενέστερα αυτών της αγωγής ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ' αυτή είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή…» (ΑΠ 1589/2008, ΝΟΜΟΣ) (ΑΠ 1470/2008, ΝΟΜΟΣ).

«…αν όμως λείπει το πνευματικό στοιχείο, υπάρχει μόνο κατοχή ως απλή φυσική εξουσία που συνήθως ασκείται στο όνομα άλλου με βάση κάποια νόμιμη ή υποτιθέμενη ενοχική σχέση (μίσθωση, χρησιδάνειο, μεσεγγύηση, εκούσια ή νόμιμη αντιπροσώπευση κλπ). Περί της συνδρομής δε ή όχι των ανωτέρω στοιχείων κρίνει το δικαστήριο κατά την κοινή αντίληψη με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση…» (ΑΠ 114/2005, ΝΟΜΟΣ) (ΑΠ 1247/2004, ΝΟΜΟΣ).

«…Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 979, 980, 981, 982, 983, 986 και 1045 ΑΚ, που ορίζουν, αντιστοίχως:

α) Όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου (άρθρο 974),

β) σε πράγμα, που βρίσκεται στη νομή άλλου, η νομή αποκτάται με παράδοση, που γίνεται με τη βούληση του νομέα. Η συμφωνία, όμως, του έως τώρα νομέα μ' εκείνον, που αποκτά, αρκεί για την κτήση της νομής όταν ο τελευταίος είναι σε θέση να ασκεί την εξουσία πάνω στο πράγμα (άρθρο 976),

γ) η νομή αποκτάται με αντιπρόσωπο όταν αυτός αποκτήσει τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, με σκοπό να καταστήσει νομέα του τον αντιπροσωπευόμενο (άρθρο 979),

δ) η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου. Όποιος άρχισε να κατέχει στο όνομα άλλου, τεκμαίρεται, όσο διατηρεί την κατοχή, ότι κατέχει στο όνομα του άλλου (άρθρο 980), ε) η νομή χάνεται μόλις πάψει η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα.

Παροδικό από τη φύση του κώλυμα για την άσκηση της εξουσίας δεν επιφέρει απώλεια της νομής (άρθρο 981), στ) αν ο αντιπρόσωπος του νομέα ακινήτου θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για το νομέα προτού λάβει γνώση της αντιποιήσεως (άρθρο 982), ζ) η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα (άρθρο 983), η) τα δικαιώματα του προηγουμένου άρθρου έχει, αντί για το νομέα, και εκείνος, που ασκεί γ’ αυτόν την εξουσία πάνω στο πράγμα, εφόσον βρίσκεται σε σχέση οικιακής ή υπηρεσιακής εξάρτησης από το νομέα και οφείλει να ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς το πράγμα (άρθρο 986) και θ) εκείνος, που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (άρθρο 1045), προκύπτουν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα:

1) Την φυσική εξουσία του πράγματος (νομή σε ευρεία έννοια) διακρίνει ο νόμος σε κατοχή και νομή (σε στενή έννοια). Κατοχή είναι η απλή φυσική εξουσία του πράγματος με θέληση κατοχής, ενώ νομή η φυσική εξουσία, που ασκείται με "διάνοια κυρίου". Η έννοια δηλαδή της νομής συγκροτείται από δύο στοιχεία, το υλικό (corpus) και το πνευματικό (animus),

2) για να επέλθει υλική παράδοση του αντικειμένου της νομής (πράγματος κινητού ή ακινήτου) πρέπει να συντρέξουν οι εξής προϋποθέσεις:

α) ο μέχρι τώρα νομέας να αποξενωθεί από κάθε μορφή φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα,

β) ο αποκτών να καταλάβει τη φυσική εξουσία του πράγματος και

γ) η μετακίνηση αυτή της φυσικής εξουσίας από τον μεταβιβάζοντα στον αποκτώντα να γίνει με τη θέληση και των δύο. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές είναι ζήτημα πραγματικό, που εξετάζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση,

3) όταν στη διάταξη του άρθρου 979 ΑΚ, γίνεται λόγος για αντιπρόσωπο πρόκειται για την άμεση αντιπροσώπευση, διότι η έμμεση δεν ρυθμίζεται ρητώς από το νόμο, η διάταξη, όμως, αυτή αναφέρεται όχι μόνο στην εκούσια αλλά και στη νόμιμη αντιπροσώπευση,

4) η νομή ασκείται "μέσω άλλου" όταν ο νομέας έχει παραχωρήσει σε άλλον την κατοχή του πράγματος, οπότε ασκεί τη νομή διαμέσουτου κατόχου (μισθωτή, χρησαμένου, θεματοφύλακα κλπ),

5) αφού τα στοιχεία, που συνιστούν την έννοια της νομής είναι η φυσική εξουσία και η διάνοια κυρίου, εύλογο είναι να χάνεται η νομή ευθύς μόλις εκλείψει ένα (ή και τα δύο) από τα στοιχεία αυτά και συνεπώς απώλεια της νομής επέρχεται όταν είτε απολεσθεί η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα είτε παύσει η διάνοια κυρίου,

6) αντιποίηση της νομής υπάρχει όταν ο κάτοχος εξωτερικεύσει τη θέληση του να έχει εφεξής το πράγμα όχι για το νομέα, αλλά για τον εαυτό του ή για κάποιο τρίτο,

7) το νόημα της διατάξεως του άρθρου 983 ΑΚ είναι ότι με το θάνατο του νομέα η νομή των κληρονομιαίων μεταβαίνει αυτοδικαίως στον κληρονόμο, χωρίς να χρειάζεται να αποκτήσει αυτός φυσική εξουσία πάνω στα πράγματα (ακόμη και αν αγνοεί το θάνατο του κληρονομουμένου ή την ύπαρξη των πραγμάτων ή την ιδιότητα του ως κληρονόμου), για δε την κτήση της νομής (από τον κληρονόμο) και την προσμέτρηση του χρόνου αυτής στον χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ, δεν είναι αναγκαίες η αποδοχή της κληρονομιάς με συμβολαιογραφικό έγγραφο και η μεταγραφή, γιατί οι διατυπώσεις αυτές απαιτούνται μόνο για την κτήση της κυριότητας των κληρονομιαίων και όχι και για την κτήση της νομής τους,

8) εννοιολογικά στοιχεία του βοηθού νομής είναι αφενός ότι βρίσκεται σε σχέση οικιακής ή υπηρεσιακής εξαρτήσεως από το νομέα και αφετέρου ότι οφείλει να ακολουθεί, ως προς το πράγμα, τις οδηγίες του νομέα, σ' αυτό δε το τελευταίο, κυρίως, διαφέρει ουσιωδώς (ο βοηθός νομής) από τον κάτοχο (μισθωτή, θεματοφύλακα, χρησάμενο κλπ), του οποίου η θέση είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής, ενώ ο βοηθός νομής δεν έχει αυτός την κατοχή του πράγματος, αλλά βοηθεί τον νομέα, ο οποίος ασκεί αυτοπροσώπως την κατοχή. Στην περίπτωση του βοηθού νομής η κατοχή δεν αποχωρίζεται από τη νομή αλλά ασκείται από τον νομέα, του οποίου όργανο είναι ο βοηθός, και

9) εκείνος, που νέμεται (ακόμη και επιληψίμως) το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται κύριος αυτού, χωρίς να απαιτείται καλή πίστη και νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος…» (ΑΠ 1777/2007 ΧρΙΔ 2008/Η, σελ. 628, ΝΟΜΟΣ) (ΑΠ 685/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 215/2009, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1589/2008 ΕλλΔνη 2008, τ. 49, σελ. 1546, ΑΠ 1470/2008, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2051/2007, ΤΝΠ ΔΣΑ)

«…σύμφωνα με το άρθρο 1051 ΑΚ ο καθολικός ή ο ειδικός διάδοχος του χρησιδεσπόζοντος, αποκτώντας τη νομή χρησικτησίας του πράγματος δικαιούται να συνυπολογίσει στο χρόνο ασκήσεώς της και εκείνον της νομής διάνοια κυρίου του δικαιοπαρόχου του (ΑΠ 353/2002 ΕλΔνη 44.194, ΕφΠειρ 441/2001 ΑρχΝ 2003.665), εφόσον δεν θα έχει μεσολαβήσει διακοπή στη συνέχειά της. Για την εν λόγω προσαύξηση, ωστόσο, τόσον επί νομίμου καθολικής διαδοχής (του κληρονόμου) όσο και επί ειδικής (αγοραστή), τα προσόντα της χρησικτησίας (και ειδικώς επί τακτικής χρησικτησίας, η καλή πίστη - ΑΠ 783/1992 ΕλΔνη 35.107) θα πρέπει να υπάρχουν στο μέτρο που υφίσταντο στο πρόσωπο του προκτήτορα (ΑΠ 1537/1997 ΕλΔνη  39.1333, ΕφΘεσ 1266/2000 Αρμ 2001.1479) και στο πρόσωπο του διαδόχου του (ΑΠ 1255/2004 ΕλΔνη 2005.88, ΕφΙωαν 283/2004 ΑρχΝ 2005.173).

Επομένως στο χρόνο νομής χρησικτησίας του νεμομένου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας δεν προσμετράται ο άνευ νομίμου ή νομιζομένου τίτλου ή χωρίς καλή πίστη χρόνος νομής του δικαιοπαρόχου του, όπως στην περίπτωση που ο τελευταίος νεμήθηκε ακίνητο με τίτλο διανομή, μη περιβληθείσα τον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου και μη μεταγραφείσα (ΑΠ 665/1990 ΕλΔνη 32.348).

Η αληθής έννοια του άρθρου 1051 ΑΚ είναι ότι αυτός που αποκτά τη νομή πράγματος από το νομέα και μη κύριό του, για να αποκτήσει κυριότητα έναντι του κυρίου του μπορεί να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο χρησικτησίας και τον διανυθέντα προηγουμένως από τον δικαιοπάροχό του (ΕφΛαρ 801/2005 ΝοΒ 2006.428). Ο νομέας μπορεί, αν χρειάζεται να επικαλεσθεί και τον χρόνο νομής πλειόνων διαδοχικών κατά σειρά δικαιοπαρόχων του (ΑΠ 1090/1980 ΝοΒ 29.495) εκτός αν αρκεί ο συνυπολογισμός της νομής του αμέσου δικαιοπαρόχου του για τη συμπλήρωση εικοσαετίας.

Διευκρινίζεται ότι αν η νομή αποκτήθηκε από τον κύριο του πράγματος, ο αποκτήσας δεν δύναται να αντιτάξει έναντι αυτού ή των διαδόχων του χρησικτησία με συνυπολογισμό στον δικό του χρόνο νομής χρησικτησίας και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, διότι η νομή του τελευταίου δεν αποσκοπούσε στην κτήση κυριότητας (δεν ήταν νομή χρησικτησίας), αλλά απέρρεε από το ήδη υφιστάμενο δικαίωμά του κυριότητας επί του πράγματος (ΕφΛαρ 801/2005 ό.π. - σχετ. βλ. και ΟλΑΠ 1593/1979 ΝοΒ 28.1120). Εν πάση περιπτώσει στη χρησικτησία δεν απαιτείται, προς συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος, ειδική ή καθολική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας, αλλά αρκεί η συνδρομή του στοιχείου της ειδικής ή της καθολικής διαδοχής στη νομή (ΑΠ 1413/1995 ΕλΔνη 39.594, ΑΠ 1268/1997 ΕλΔνη 39.859, ΑΠ 370/1998 ΕλΔνη 39.1334, ΕφΚρη 285/2004 ΕλΔνη 2006.342, ΑΠ 666/1998 ΕλΔνη 40.1572), οπότε, ο ειδικός ή καθολικός διάδοχος στη νομή του πράγματος καθίσταται κύριός του, με συνυπολογισμό της νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον έτσι συμπληρώνεται εικοσαετής διάρκειά της (ΟλΑΠ 1593/1979 ΝοΒ 28.1120), αφότου περιήλθε, με την υλική παράδοσή της στον χρησιδεσπόζοντα με τη βούληση του τέως νομέα (ΑΠ 1415/2003 ΝοΒ 2004.575, ΑΠ 353/2002 ΕλΔνη 2003.194).

Η υλική παράδοση της νομής είναι σύμβαση άτυπη και αφηρημένη που δεν συνάπτεται υπό αίρεση ή προθεσμία και δεν τυγχάνει ακυρωτέα λόγω ελαττώματος της βουλήσεως ΑΠ 1415/2003 ό.π). Αν η εικοσαετία είχε συμπληρωθεί ήδη στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου, ο ειδικός ή καθολικός διάδοχός του θα αποκτήσει κυριότητα επί του πράγματος με μεταβίβασή του διά καθολικής ή ειδικής διαδοχής από τον καταστάντα κύριό του, ΕφΚρη 285/2004 όπ. (βλ. σχετικά και ΕφΘεσ 1929/1999 ΕλΔνη 32.1367, ΕφΝαυπλ 555/1995 ΕλΔνη 37.371). Η διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ έχει εφαρμογή για το μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) χρονικό διάστημα.

Αν όμως, υπό το καθεστώς του Αστικού Κώδικα δεν έχει συμπληρωθεί εικοσαετία στη νομή του χρησιδεσπόζοντος για να προσπορισθεί την κατ' άρθρο 1045 ΑΚ κυριότητα του ακινήτου, δικαιούται να προσμετρήσει στον διανυθέντα υπό το καθεστώς του ΑΚ χρόνο και εκείνον που διανύθηκε από τον δικαιοπάροχό του υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, αφού, όπως προαναφέρθηκε ο αναγκαίος χρόνος δεν είναι απαραίτητο να έχει διαδράμει εξ ολοκλήρου στο πρόσωπο του επικαλουμένου κτήση κυριότητας με χρησικτησία, δικαιουμένου να τον προσαυξήσει με την προσθήκη και του χρόνου νομής του προκτήτορά του, είτε υπό το νέο δίκαιο (ΟλΑΠ 1593/1979 ΝοΒ 28.1120) είτε και υπό το βυζαντινό - ρωμαϊκό (ΑΠ 13/1980 ΝοΒ 28.1133), αφού κατ’ άρθρο 64 ΕισΝΑΚ οι διατάξεις του Κώδικα εφαρμόζονται από της εισαγωγής του και σε αρξαμένη και μη συμπληρωθείσα μέχρις αυτής χρησικτησία κυριότητας ή δουλείας, οριζομένου στο άρθρο 65 ότι αν ο χρόνος χρησικτησίας του ΑΚ είναι συντομότερος του προβλεπόμενου από το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς, από της θέσεως σε ισχύ του ΑΚ θα λαμβάνεται υπόψη ο συντομότερος, αρχόμενος από της 23-2-1946, ενώ αν με βάση του βυζαντινό - ρωμαϊκό δίκαιο συμπληρώνεται νωρίτερα, τότε και η συμπλήρωση της χρησικτησίας θα γίνεται «μόλις περάσει ο χρόνος του έως τώρα δικαίου».

Έτσι, αν για τον συνυπολογισμό του προ της εισαγωγής του ΑΚ χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου υπολείπεται προς συμπλήρωσή της, κατά το παλαιό δίκαιο, απαιτούμενης τριακονταετίας, θα έχει εφαρμογή το προϊσχύσαν, και η τριακονταετία θα αρχίσει από την έναρξη της νομής του δικαιοπαρόχου, συμπληρωτέα με συνυπολογισμό του υπό την ισχύ του Κώδικα υπολειπόμενου χρόνου (ΕφΛαρ 480/1989 ΑρχΝ 41.246), ενώ αν υπολείπεται μεγαλύτερος θα έχει εφαρμογή ο ΑΚ και η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του εικοσαετία θα υπολογίζεται από της ενάρξεως της ισχύος του (ΑΠ 463/2004 ΕλΔνη 2004.1686, ΑΠ 683/1985 ΝοΒ 34.547, ΕφΘεσ 3192/1991 Αρμ 46.725). Η επίκληση του πριν από την εισαγωγή του Κώδικα χρόνου, όμως, θα γίνεται με βάση τα προσόντα χρησικτησίας κατά το παλαιό δίκαιο (νομή, διάνοια κυρίου και με καλή πίστη) (ΑΠ 679/1994 ΕλΔνη 37.85, ΑΠ 683/1985 όπ., ΕφΛαρ 460/1989 ό.π., ΕφΘεσ 3192/1991 ό.π., ΕφΘεσ 198/1984 Αρμ 49.618).

Η κληρονομική διαδοχή αποτελεί νόμιμο τίτλο, έστω και αν ο κληρονομηθείς κατά το χρόνο του θανάτου του δεν ήταν κύριος, αλλά αν πρόκειται περί ακινήτου ο νόμιμος τίτλος υπάρχει εφόσον έχει προηγηθεί μεταγραφή δηλώσεως απογραφής ή κληρονομητηρίου (ΑΠ 1402/2003 ΝοΒ 2004.571, ΑΠ 448/2001 ΕλΔνη 2002.773). Πάντως, με δεδομένο ότι η μεταγραφή μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, άρα και μεταγενεστέρως, παρέπεται ότι δεν κωλύεται η έναρξη της χρησικτησίας όταν λείπει κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής (ΑΠ 1392/1992 ΕλΔνη 35.1269, ΑΠ 1511/1980 ΝοΒ 29.867, ΑΠ 408/1985 ΝοΒ 34.186, ΑΠ 2084/1983 ΝοΒ 33.33, ΕφΑθ 4564/1992 ΑρχΝ 45.406, ΕφΠατρ 1132/1990 ΑχΝομ 1991.516).

Παρατηρείται ωστόσο, ότι αν τίθεται ζήτημα τακτικής χρησικτησίας, οπότε απαιτείται νομή και καλή πίστη του νομέα, η καλή πίστη προϋποθέτει μεταγραφή του νομίμου ή νομιζομένου τίτλου - και στην περίπτωση αυτή η εκ των υστέρων μεταγραφή δεν έχει αναδρομικότητα ως προς το στοιχείο της καλής πίστης (ΕφΘρα 267/1990 Αρμ 46.496)…» (ΕφΛαρ 700/2007, ΤΝΠ ΔΣΑ)

ΕΞ ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΥ ΣΥΓΚΥΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ

«…τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος β.ρ. Δικαίου (ν. 18 παρ. 3 και 42 πρ. πανδ. 4.12, ν. 7 παρ. 5. πανδ. 10.3 και ν.3, κώδ. 7.34), όσο και τις αντίστοιχες των άρθρων 980, 981, 982, 994, 1113 ΑΚ, οι οποίες κατ’ άρθρο 50 ΕισΝΑΚ διέπουν την μετά την ισχύ του προσβολή και προστασία της υφισταμένης νομής, αν ο συγκύριος ακινήτου από κληρονομιά κατέχει ολόκληρο το κοινό ακίνητο, θεωρείται ότι κατέχει αυτό για λογαριασμό και των λοιπών συγκοινωνών, κατά την ανήκουσα σε αυτούς ιδανική μερίδα και, αν θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή των τελευταίων, αυτή δεν χάνεται γι αυτούς, προτού λάβουν γνώση της αντιποίησης, η οποία υπάρχει όταν ο αντιπρόσωπος εξωτερικεύσει τη θέλησή του να νέμεται για δικό του λογαριασμό, ή για κάποιο τρίτο, μεγαλύτερο μέρος από τη μερίδα του ή ολόκληρο το ακίνητο…» (ΑΠ 1196/2008, ΝΟΜΟΣ)

«…από τις διατάξεις των άρθρων 787, 980-984, 994, 1113 και 1884 ΑΚ προκύπτει ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου πράγματος, όπως είναι και ο συγκληρονόμος, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκυρίων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, προτού εκδηλώσει την απόφασή του να νέμεται εφεξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το πράγμα αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό. Τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκληρονόμοι προβαίνουν σε άτυπη διανομή των στοιχείων της κληρονομιάς, διότι έκτοτε καθένας από αυτούς με γνώση των λοιπών νέμεται αποκλειστικώς για τον εαυτό του τα περιελθόντα σ' αυτόν στοιχεία της κληρονομίας (Ολ.ΑΠ 485/82)…» (ΑΠ 1075/2005, ΝΟΜΟΣ) (ΕφΔωδ 2/2007, ΝΟΜΟΣ, ΠΠΡόδου 113/2006 ΔωδΝομ 2007, τ. 11, σελ. 71, ΝΟΜΟΣ)

«…η απώλεια της νομής δεν επέρχεται για τον νομέα, πριν πληροφορηθεί τη μεταστροφή της βουλήσεως του αντιπροσώπου του (Ολ.ΑΠ 485/1982, ΑΠ 1468/2006, ΑΠ 1526/2006, ΑΠ 298/2004 Δ/νη 46.756, ΑΠ 1400 και 1410 έτους 2003 Δ/νη 45 σελ. 1442)…» (ΑΠ 764/2008, ΝΟΜΟΣ)

«…Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 786, 787, 980, 981 και 1113 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 1045 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος πράγματος, όταν κατέχει το κοινό πράγμα, δεν δύναται να αντιτάξει κατά των συγκοινωνών του, έκτακτη χρησικτησία ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει γνωστή στους συγκυρίους- συγκοινωνούς του ότι στο εφεξής νέμεται μεγαλύτερη μερίδα από τη δική του ή και όλο το πράγμα, αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό είτε ρητά είτε με πράξεις που φανερώνουν τέτοια απόφασή του, για τις οποίες όμως λαμβάνουν γνώση οι λοιποί συγκύριοι (ΑΠ 1075/2005, ΑΠ 1248/2004, ΑΠ 18/2003, δημοσιευμένες στην Τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, όμως, η αρχή αυτή έχει εφαρμογή, υπό την προϋπόθεση ότι η κοινωνία δικαίωματος υπήρχε στο χρόνο που ο ένας εκ των κοινωνών άρχισε να νέμεται αποκλειστικά στο όνομά του ως κύριος, προβάλλοντας στους λοιπούς κτητική ή αποσβεστική παραγραφή. Σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή όταν η κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, αφετηριάζεται για οποιονδήποτε λόγο, όπως και λόγω άτυπης μεταβίβασης του πράγματος στο νομέα, σε χρόνο προγενέστερο της κοινωνίας δικαιώματος, η αρχή αυτή δεν έχει εφαρμογή (ΑΠ 544/1994, δημοσιευμένη στην Τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Δηλαδή, αν προηγήθηκε η άτυπη μεταβίβαση του πράγματος στο νομέα που νέμεται για λογαριασμό του όλο το
πράγμα και κατόπιν συντελέστηκε η κοινωνία δικαιώματος, με οποιονδήποτε τρόπο, όπως καθολική ή ειδική διαδοχή, δεν είναι προϋπόθεση για την έναρξη και τη διαδρομή του χρόνου χρησικτησίας η γνωστοποίηση της νομής στους συγκοινωνούς…» (ΠΠΡοδ 113/2006 ΔωδΝομ 2007, τ. 11, σελ. 71).

ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ ΚΛΗΡΟΥ ΚΑΙ ΤΡΙΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

«…Από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα (β.δ/μα της 29 -10/6-12-1949) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του ίδιου άρθρου και εκείνες των άρθρων 26, 74, 180 και 203 του ίδιου Κώδικα, ενόψει και του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 431/1968, προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος από της παραχωρήσεως σ' αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη ισχύος του α.ν. 431/1968, και αν ακόμη δεν τον κατέχει πραγματικά, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον, το ίδιο δε πλάσμα ισχύει και υπέρ των καθολικών διαδόχων του αρχικού κληρούχου για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Ως "εγκατάσταση" νοείται, κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα και των προϊσχυσάντων αυτού αγροτικών νόμων, η παραχώρηση με απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ορισμένου κλήρου σε πρόσωπο δικαιούμενο αποκατάστασης.

Την αυτή ως άνω πλασματική νομή έχουν κατ' επέκταση και οι κληρονόμοι του κληρούχου, διότι με τις προαναφερόμενες διατάξεις ο νομοθέτης είχε σκοπό, να παράσχει και σ' αυτούς την ίδια με τον κληρούχο προστασία. Μετά όμως την ισχύ του α.ν. 431/1968 (23.5.1968) ο κληρούχος ή ο κληρονόμος του δεν θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου νομέας του κλήρου αν δεν τον κατέχει πραγματικά, με συνέπεια να είναι δυνατή η χωρίς τη θέληση του κληρούχου κτήση από τρίτον της νομής ολοκλήρου του κληροτεμαχίου, που μπορεί, να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο αναγκαίος για καθεμία εξ αυτών χρόνος. Τούτο μπορεί να συμβεί μόνο εφόσον έχει κυρωθεί όπως ορίζει ο νόμος η οριστική διανομή, αφού μόνον έκτοτε αποκτά την κυριότητα κλήρου που βρίσκεται σε μη παραμεθόρια περιοχή ο κληρούχος, ενώ μέχρι τότε η κυριότητα αυτού ανήκει στο Δημόσιο (ΑΠ 764/2004). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1103 και 1106 ΑΚ συνάγεται ότι ο καλής πίστεως νομέας του διεκδικούμενου ακινήτου, έχει αξίωση αποζημιώσεώς του για τις επωφελείς δαπάνες τις οποίες ενήργησε επί του ακινήτου, όπως είναι και εκείνες για την ανέγερση οικοδομής ή άλλου κτίσματος, εφόσον όμως κατά το χρόνο της απόδοσης του ακίνητου σώζεται η αύξηση της αξίας του ακινήτου που επήλθε από την ενέργεια των δαπανών (ΟλΑΠ 1220/1975)…» (ΑΠ 150/2009, ΝΟΜΟΣ).

ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΤΕΛΟΥΝ ΥΠΟ ΓΟΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ, ΕΠΙΤΡΟΠΕΙΑ Ή ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ

«…Κατά το άρθρο 1055 του ΑΚ εξαιρούνται από την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία τα πράγματα που ανήκουν σε πρόσωπα, τα οποία τελούν υπό γονική μέριμνα, επιτροπεία ή δικαστική αντίληψη. Σκοπός της διάταξης αυτής είναι η προστασία των προσώπων, που τελούν υπό γονική μέριμνα, επιτροπεία ή δικαστική συμπαράσταση, από τον κίνδυνο να χάσουν την κυριότητά τους στα πράγματα που τους ανήκουν, συνεπεία χρησικτησίας από τρίτο, επιτυγχάνεται δε η προστασία αυτή με την αναστολή της ενάρξεως και συνεχίσεως της χρησικτησίας ενόσω διαρκούν οι καταστάσεις αυτές (ΟλΑΠ 7/2004). Ο ισχυρισμός περί εξαιρέσεως των ανωτέρω πραγμάτων από τη χρησικτησία προτείνεται κατ’ ένσταση και συνεπώς δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας…» (ΑΠ 20/2008, ΕλλΔνη 2009, τ. 50, σελ. 789, ΝΟΜΟΣ).

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ

«…Στο μεν άρθρο 1 του Α.Ν. 1521/1950 «περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων» (Α' 245), όπως ο εν λόγω Α.Ν. κυρώθηκε με το Ν. 1587/1950 (Α' 294), ορίζεται ότι για κάθε μεταβίβαση ακινήτου ή πραγματικού δικαιώματος επί ακινήτου από επαχθή αιτία επιβάλλεται φόρος επί της αξίας του (παρ. 1), και ότι ως αξία λογίζεται η αγοραία αξία που έχει το ακίνητο ή το πραγματικό δικαίωμα επί του ακινήτου κατά την ημέρα της μεταβιβάσεως (παρ.4), στη δε παράγραφο 6 του άρθρου 2 του ίδιου Α.Ν., όπως η παράγραφος αυτή προσετέθη με το άρθρο 15 παρ.1 του Ν. 1473/1984 (Α' 127), ορίζονται τα εξής: «Αν σε συμβόλαιο μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου ή σύστασης άλλου εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο, από οποιαδήποτε αιτία, γίνεται από τον μεταβιβάζοντα επίκληση της κτήσης τούτου με την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία στο πρόσωπό του, εκτός από το φόρο για τη μεταβιβαστική αυτή σύμβαση, οφείλεται και φόρος μεταβίβασης για την κτήση με χρησικτησία, εκτός αν στο όνομα του μεταβιβάζοντος υπάρχει τίτλος μεταγραμμένος για το δικαίωμα αυτό, για το οποίο έχει υποβληθεί η κατά νόμο φορολογική δήλωση ή τα οικεία βιβλία μεταγραφών έχουν καταστραφεί. Ο φόρος μεταβίβασης, για την κτήση με χρησικτησία, υπολογίζεται στην αξία της κυριότητας του ακινήτου ή του εμπράγματου δικαιώματος του χρόνου κατάρτισης του μεταβιβαστικού συμβολαίου και βαρύνει τον μεταβιβάζοντα αφαιρουμένων των επωφελών δαπανών που έγιναν από τον χρησιδεσπόζοντα…» (ΣτΕ 2493/2006, ΝΟΜΟΣ).

πηγή: www.gadamopoulos.gr

Last Updated on Friday, 24 June 2011 08:40