ΥΠΟΘΗΚΟΦΥΛΑΚΕΙΟ-ΕΝΕΧΥΡΟΦΥΛΑΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

................................................ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ......................................................

ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑ

ΤΥΠΟΣ

«…Η δήλωση του αντιπροσωπευομένου προς τον εξουσιοδοτούμενο (πληρεξουσιότητα), για να είναι έγκυρη η εν συνεχεία καταρτισθείσα μεταξύ του αντιπροσώπου και του τρίτου σύμβαση προσυμφώνου, με την οποία ο αντιπρόσωπος υπόσχεται, στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, ότι ο τελευταίος
υποχρεούται να μεταβιβάσει στον τρίτο ορισμένο ακίνητο, πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, που απαιτείται για την  κατάρτιση της κυρίας σύμβασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 217 εδ. β, 158, 159 εδ. α και 180 ΑΚ, οι οποίες αποσκοπούν τόσο στην  προστασία του δικαιοπρακτούντος αντιπροσωπευομένου, στο όνομα και για λογαριασμό του οποίου ενήργησε ο άμεσος αυτού αντιπρόσωπος, όσο και στην προστασία των συναλλαγών (Ολ.ΑΠ 19/2003).

Η επιφύλαξη της ΑΚ 217 παρ. 2 ("εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο") δεν εννοεί ιδιωτική συμφωνία μη τήρησης του (από διάταξη νόμου  προβλεπόμενου) τύπου της πληρεξουσιότητας, διότι οι διατάξεις που επιβάλλουν συστατικό τύπο, άρα, για την ταυτότητα του λόγου, και η ΑΚ 217 παρ. 2, που αναφέρεται στον σκοπό του τύπου της επιχειρητέας από τον πληρεξούσιο δικαιοπραξίας, αποσκοπούν στην προστασία των  συναλλασσομένων από εσπευσμένες και επιπόλαιες αποφάσεις, αλλά και στην ασφάλεια των συναλλαγών και είναι, συνεπώς, διατάξεις δημόσιας τάξης (ius cogens, ΑΚ 3), και δεν μπορούν να εκτοπισθούν από την ιδιωτική βούληση.Η εκδοχή αυτή δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι η διάταξη του άρθρου 217 παρ. 2 ΑΚ έχει εφαρμογή, όπως από αυτή προκύπτει, μόνον στην περί πληρεξουσιότητας μονομερή, δικαιοπραξία, η οποία είναι ιδία και αυτοτελής, όχι δε και στην διάφορη αυτής σύμβαση εντολής και αν ακόμη η τελευταία έχει ως περιεχόμενο την "εντολή για άμεση αντιπροσώπευση" στην κατάρτιση τυπικής δικαιοπραξίας και αν, δηλαδή, επί της συμβάσεως αυτής (εντολής) στηρίζεται η πληρεξουσιότητα. Και τούτο γιατί από τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ συνάγεται ότι η εξώδικη εντολή (με σαφή δράση "προς τα έσω") είναι σύμβαση μη υποβαλλόμενη σε κάποιον τύπο και έχει ως μόνο δικαιοπρακτικό αποτέλεσμα την υποχρέωση του εντολοδόχου να διεξαγάγει την ανατεθείσα υπόθεση του εντολέα, οποιασδήποτε φύσης (είτε νομικής είτε υλικής), ενώ μόνο η πληρεξουσιότητα δίνει εξουσία "προς τα έξω", δηλαδή την εξουσία στον εντολοδόχο να ενεργήσει έναντι του τρίτου ως άμεσος αντιπρόσωπος του εντολέα, και εντεύθεν έπεται ότι η εντολή δεν εκτοπίζει ούτε  καθιστά περιττή την πληρεξουσιότητα, αφού η τελευταία είναι η εξουσία με την οποία πρέπει απαραιτήτως να είναι εφοδιασμένος ο αντιπρόσωπος - εντολοδόχος, ώστε οι υπό τούτου επιχειρούμενες στο όνομα του αντιπροσωπευομένου δικαιοπραξίες να ενεργούν απ' ευθείας υπέρ ή κατ' αυτού (Ολ.ΑΠ 104/1975)…» (ΑΠ 328/2009, ΤΝΠ ΔΣΑ).

 

ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ

«…Η έννοια της σύμβασης, σε όλα τα δίκαια, είναι η ίδια. Δύο πρόσωπα συμβάλλονται όταν το ένα δηλώσει στο άλλο, βούληση, από τις οποίες καθεμιά τους έχει περιεχόμενο που ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο της άλλης και, απ' αυτή τη σύμπτωση, προκαλείται το επιθυμητό έννομο αποτέλεσμα. Αν οι συμβαλλόμενοι, τη στιγμή που δηλώνουν (εξωτερικεύουν) τη βούλησή τους βρίσκονται καθένας τους στο έδαφος διαφορετικής πολιτείας, για το ζήτημα αν αυτή η εξωτερίκευση της επιθυμίας τους αποτελεί δήλωση της βούλησης και, σε καταφατική περίπτωση, αν, με τις δηλώσεις αυτές, καταρτίστηκε σύμβαση υποστηρίχτηκαν δύο απόψεις:

Σύμφωνα με την πρώτη, το ζήτημα αυτό θα το κρίνει το Δίκαιο της Πολιτείας, το οποίο, ανάλογα με τις ειδικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες τα πρόσωπα 279 εξωτερίκεψαν τη βούληση τους, εμφανίζεται πιο κατάλληλο (αρμόζον). Το δίκαιο αυτό μπορεί, ενδεχόμενα, να είναι το ίδιο με αυτό που θα ρυθμίσει και το περιεχόμενο της σύμβασης αλλά η περίπτωση αυτή υπάρχει τυχαία. Με άλλα λόγια: Ποιας Πολιτείας το Δίκαιο είναι εφαρμοστέο για να κριθεί αν υπάρχει νόμιμα συνομολογημένη σύμβαση, δεν συνδέεται με το ζήτημα, αφού υπάρχει καταρτισμένη σύμβαση, ποιας Πολιτείας το δίκαιο διέπει το ουσιαστικό της περιεχόμενο (Μαριδάκις: Ιδιωτικόν Διεθνές Δίκαιο, Γενικαί Αρχαί, 1967, 30 IV σ. 455-458).

Σύμφωνα με την άλλη άποψη, βάση της οποίας είναι η ορθή τάση (που τελευταία επικρατεί στους θεωρητικούς του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου) αποφυγής της διάσπασης της σχέσης και της εφαρμογής ενός δικαίου για όλες τις εκφάνσεις της, τόσο η δήλωση της βούλησης, όσο και η σύμπτωση των δηλώσεων της βούλησης, σαν αδιάσπαστα μέρη της όλης συναλλαγής, θα κριθούν από το δίκαιο που διέπει την συναλλαγή, δηλαδή την σύμβαση, στην οποία αποβλέπουν αυτές οι δηλώσεις (Κρίσπης: Ιδιωτικόν Διεθνές Δίκαιον, Ειδικόν Μέρος, 1 31 και 32 σ. 141-147, όπου αναφέρονται διεξοδικά και άλλοι, ουσιαστικότατοι λόγοι, για τους οποίους η άποψη του Μαριδάκη δεν δίνει ικανοποιητικά αποτελέσματα και πολλές φορές οδηγεί σε νομικά αδιέξοδα).

Για τους λόγους αυτούς το Δικαστήριο υιοθετεί τη δεύτερη άποψη ( Έτσι και Κρίσπη - Νικολετοπούλου: Ενοχαί εκ συμβάσεως κατά το ιδ.δ.δ. 1918 σ. 125-129. Μεταλληνός, Η εκχώρησις κατά το ιδ.δ.δ. 1971 σ. 98, Β ρ έ λ λ η ς, στον Α.Κ. Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, 25 αριθ. 3. βλ. και Π α π α χ ρ ή σ τ ο: Γεν. Αρχαί, 25 3 σ. 82. κοιτ. και σημ. ΣΑΜ στο ΝοΒ 22.403) και συνακόλουθα, σύμφωνα με την ΑΚ 25, τα θέματα αυτά θα κριθούν, αν η σύμβαση είναι ενοχική, είτε από την legem voluntatis είτε (επικουρικά) από το proper law (για την επικουρικότητα του proper law αναφορικά με την legem voluntatis κοιτ. Βρέλλη: ό.π. 25 αριθ. 16 και 27. Μαριδάκις: ο.π. 11 34 IX σ. 36). Απομένει να ερευνηθεί το δίκαιο που θα κρίνει (α) την νομική ενέργεια της πληρεξουσιότητος, (β) το περιεχόμενό της, (γ) τον τύπο της και (δ) το επιτρεπτό ή όχι της άμεσης αντιπροσώπευσης στην παραπάνω σχέση.

Όλα τα δίκαια αναγνωρίζουν ότι άμεση αντιπροσώπευση είναι ο θεσμός, όπου κάποιο πρόσωπο δηλώνει σε άλλο βούληση, στο όνομα τρίτου προσώπου, με την πρόθεση ότι τα έννομα αποτελέσματα να υπάρξουν κατευθείαν στο τελευταίο πρόσωπο. Ο αντιπροσωπευόμενος παρέχει στον αντιπρόσωπο τη σχετική εξουσία με μονομερή δικαιοπραξία (την πληρεξουσιότητα), η οποία αναφέρεται στις σχέσεις του αντιπροσώπου με τον τρίτο και γι' αυτό το κρίσιμο στη σχέση μεταξύ των τελευταίων προσώπων είναι ακριβώς η πληρεξουσιότητα. Κρατούσα είναι η γνώμη (την οποία υιοθετεί και το Δικαστήριο) ότι η πληρεξουσιότητα κρίνεται από το δίκαιο του Κράτους, στο έδαφος του οποίου δηλώνει ο πληρεξούσιος τη βούλησή του, για λογαριασμό του πληρεξουσιοδότη (Κρίσπης: ό.π. 35 σ. 190-191) ή, με άλλη, ταυτόσημη έκφραση, από το δίκαιο του Κράτους, στην περιοχή του οποίου ο πληρεξούσιος "επιχειρεί" τη δικαιοπραξία, για την οποία δόθηκε η πληρεξουσιότητα (Μαριδάκις: Γεν. Αρχαί, 30 VII σ. 475).

Ομόφωνη είναι η γνώμη του Δικαστηρίου ότι (α) το δίκαιο που διέπει την πληρεξουσιότητα θα ρυθμίσει το περιεχόμενο της, δηλ. την ύπαρξη, την έκταση και το περιεχόμενο της αντιπροσωπευτικής εξουσίας (Κρίσπης,ο.π. σ. 191. Μ α ρ ι δ ά κ ι ς: ό.π., Στρέιτ-Βάλληνδας: Ιδ.Δ.Δ.11 34 I σ. 228 πρβλ. και Σπυρόπουλο: Ιδ. Δ.Δ. 21 VII σ. 213), (β) ο τύπος της πληρεξουσιότητας θα κριθεί από τα δίκαια της ΑΚ 11 (Κ ρ ί σ π η ς: ό.π. σ. 191-192. Μ α ρ ι δ ά κ ι ς: ό.π. σ. 474). και (γ) ότι το επιτρεπτό ή όχι της αντιπροσωπείας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα κριθεί από το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση, για την οποία δόθηκε η πληρεξουσιότητα (Κ ρ ί σ π η ς: ό.π., σ. 191192, Μ α ρ ι δ ά κ ι ς: ό.π., σ. 474).

Δεν είναι, όμως, ομόφωνη η γνώμη του Δικαστηρίου, αναφορικά με το ποιος είναι ο τόπος στον οποίο ο πληρεξούσιος δηλώνει τη βούληση του (ή επιχειρεί την κρίσιμη δικαιοπραξία) μια και ο τόπος αυτός θα προσδιορίσει, όπως ειπώθηκε παραπάνω, το εφαρμοστέο γι’ αυτήν δίκαιο. Σύμφωνα με τη γνώμη ενός μέλους, πρέπει να ειπωθούν τα ακόλουθα: Τόπος όπου "δηλώνεται η βούληση του αντιπροσώπου" (ή τόπος όπου "επιχειρείται η δικαιοπραξία") είναι ο τόπος όπου ο αντιπρόσωπος εξωτερικεύει αυτή τη βούλησή του (Μ α ρ ι δ ά κ ι ς: ό.π. 30 VI (γ) σ. 465, όπου και παραπομπές σε ξένους θεωρητικούς), ανεξάρτητα από το αν αυτή η δήλωση πρέπει ή όχι να φτάσει για ν' αναπτύξει την έννομη ενέργειά της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, γιατί (α) αυτό δεν είναι κρίσιμο για τον προσδιορισμό του δικαίου που θα ρυθμίσει την πληρεξουσιότητα, αλλά για να κριθεί, αν η δήλωση του πληρεξούσιου έχει έννομες συνέπειες, ανάλογα αν συνιστά μονομερή δικαιοπραξία ή πρόταση για κατάρτιση σύμβασης.

Το τελευταίο ζήτημα είναι άσχετο με αυτό που ενδιαφέρει εδώ. Με άλλα λόγια: Το δίκαιο που διέπει τη δικαιοπραξία, για την οποία γίνεται η δήλωση της βούλησης από τον αντιπρόσωπο, θα κρίνει αν χρειάζεται να φτάσει ή όχι αυτή η δήλωση σ ένα άλλο πρόσωπο. Αντίθετα, την ύπαρξη, την έκταση και το περιεχόμενο της πληρεξουσιότητας θα κρίνει το δίκαιο του τόπου, όπου βρισκόταν ο πληρεξούσιος τη στιγμή που εξωτερίκευσε τη βούλησή του, (β) Αν (υποθετικά) ήταν κρίσιμος ο τόπος που βρισκόταν το πρόσωπο, προς το οποίο ο αντιπρόσωπος εκδηλώνει τη βούλησή του, θα φτάναμε σε άτοπα αποτελέσματα, γιατί:

1) θα εφαρμοζόντουσαν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (πολλές φορές του forum) πριν προσδιοριστεί το εφαρμοστέο. Αυτό όμως είναι πρόδηλα αντίθετο στις βασικές αρχές που ισχύουν στο χώρο του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Σύμφωνα με τις αρχές αυτές ο Δικαστής οφείλει να κινηθεί οπωσδήποτε πρώτα στο πεδίο του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και μετά, βρίσκοντας, με βάση τους κανόνες του, το εφαρμοστέο δίκαιο, να εφαρμόσει τις διατάξεις του (Κ ρ ί σ π η ς: Ιδ.Δ.Δ. Γενικόν μέρος, 11, σ. 60 αριθ. 2 πρβλ. τον ίδιο, 29 σ. 200 κ.π. Μαριδάκις: ό.π. I παρ. 30 σημ. 45) και

2) θα ίσχυε, χωρίς κανένα ειδικό λόγο, άλλο εφαρμοστέο δίκαιο αν η δικαιοπραξία ήταν μονομερής και άλλο αν ήταν σύμβαση.

Τέλος, η ρύθμιση της πληρεξουσιότητας από το Δίκαιο συγκεκριμένης Πολιτείας, με τη θέληση των διαδίκων, πρέπει ν' αποκρουστεί, γιατί τέτοιο δικαίωμα δίνει σ' αυτούς μόνο η ΑΚ 25 εδαφ. 1 που, όμως, αφορά μόνο συμβάσεις … στο Δικαστήριο επικράτησε η άποψη ότι σωστά η απόφαση αυτή, εφαρμόζοντας το Ελληνικό Δίκαιο, δέχτηκε σαν νομικά βάσιμο τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η πώληση καταρτίστηκε από νόμιμα πληρεξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό της, γιατί

(α) αφού η δήλωση της βούλησης του αντιπροσώπου κατευθυνόταν στην Ελλάδα, όπου βρισκόταν ο αποδέκτης της, το έδαφος στο οποίο επιχειρήθηκε η δικαιοπραξία, για την οποία δόθηκε η πληρεξουσιότητα, ήταν το έδαφος της Ελληνικής Πολιτείας (που γνωρίζει το θεσμό της πληρεξουσιότητας και τον ρυθμίζει με ειδικές διατάξεις) στο οποίο (έδαφος) εξωτερικεύτηκε η θέληση του αντιπροσώπου και

(β) οι διάδικοι υπέβαλαν εκούσια την επίδικη διαφορά σε όλο της το φάσμα, στις διατάξεις του Ελληνικού δικαίου, μια και επικαλούνται την εφαρμογή τους…» (ΠΠΑθ 12144/1982 ΕλλΔνη 1984, τ. 25, σελ. 597, ΤΝΠ ΔΣΑ)

«…η πληρεξουσιότητα εξάλλου είναι έγκυρη ως προς τον τύπο αν είναι σύμφωνη είτε με το δίκαιο που διέπει το περιεχόμενό της, είτε με το δίκαιο του τόπου όπου επιχειρείται, είτε με το δίκαιο της ιθαγένειας όλων των μερών (αρθρ. 11 του ΑΚ). Ως προς το περιεχόμενο όμως, την έκταση της παρεχόμενης με αυτήν εξουσίας, την επίδραση του θανάτου του πληρεξουσιοδότη και τα συναφή ζητήματα, η πληρεξουσιότητα, διέπεται από το δίκαιο της πολιτείας, όπου επιχειρείται η δικαιοπραξία για την οποία έχει δοθεί (Μαριδάκης, στο ΙΔΔ, Γεν. Αρχ., παρ. 30/VII, με περαιτέρω παραπομπές)…» (ΕφΑθ 9125/1987 Αρμ 1992, τ. ΜΣΤ, σελ. 47, ΝΟΜΟΣ).

ΑΜΕΣΗ – ΕΜΜΕΣΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗ

«…Από τις διατάξεις των άρθρων 211 και 212 ΑΚ συνάγεται ότι η άμεση αντιπροσώπευση διέπεται από την αρχή του εμφανούς, σύμφωνα προς την οποία, προκειμένου η δικαιοπραξία να επιφέρει τα αποτελέσματα αυτής στο πρόσωπο του αντιπροσωπευόμενου, απαιτείται ο αντιπρόσωπος κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας να καταστήσει εμφανές στον τρίτο με τον οποίο συναλλάχθηκε, ότι δεν ενεργεί ιδίω ονόματι, αλλά επ' ονόματι, του αντιπροσωπευόμενου. Θα πρέπει δηλαδή να καθίσταται φανερό κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, ότι το υποκείμενο της δι' αυτής ιδρυόμενης  εννόμου σχέσεως δεν είναι ο δικαιοπρακτών αντιπρόσωπος, αλλά ο αντιπροσωπευόμενος, στον οποίο αυτή αφορά (ΑΠ 695/1969 ΝοΒ 18.563, ΕφΠατρών 637/1999, ΔΕΕ.2000, 205, Σημαντήρας, Γενικαί Αρχαί 49, σελ. 524).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 211 Α.Κ., δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου, το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνεται ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 212 Α.Κ., αν δεν μπορεί να διαγνωσθεί ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου, θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα. Σύμφωνα με το άρθρο 216 Α.Κ. η εξουσία αντιπροσώπευσης παρέχεται με τη σχετική δικαιοπραξία (πληρεξουσιότητα). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι:

α) για να ενεργήσει η δήλωση βουλήσεως αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου, πρέπει ο αντιπρόσωπος να επιχειρήσει τη δικαιοπραξία στο όνομα εκείνου και να καταστήσει γνωστό σε αυτόν με τον οποίο συναλλάσσεται, ότι η ενέργεια από τη δικαιοπραξία θα παραχθεί όχι για τον εαυτό του, αλλά για τον αντιπροσωπευόμενο, πράγμα το οποίο, σε περίπτωση έλλειψης ρητής δήλωσης του αντιπροσώπου ότι ενεργεί στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου μπορεί να συναχθεί και από τις περιστάσεις, και

β) αν δεν μπορεί να διαγνωσθεί ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα (ΑΠ 477/2007, ΤρΝομΠληρΝΟΜΟΣ, ΑΠ 752/2003, ΤρΝομΠληρΝΟΜΟΣ)…» (ΠΠΘεσ 6689/2008, ΤΝΠ ΔΣΑ)

«…Δήλωση βουλήσεως, όπως τέτοια για σύναψη συμβάσεως, ή πράξη βουλήσεως, όπως τέτοια για διαπραγματεύσεις προς σύναψη συμβάσεως, από κάποιον, αποκαλούμενο αντιπρόσωπο, ακριβέστερα δε άμεσο αντιπρόσωπο, στο όνομα και για λογαριασμό άλλου, αποκαλούμενου αντιπροσωπευομένου, μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως ενεργεί υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου. Εφαρμόζονται δε τα ως άνω αναλόγως και όταν η δήλωση ή πράξη βουλήσεως απευθύνεται προς τον αντιπρόσωπο.

Η εξουσία αντιπροσωπεύσεως παρέχεται είτε με σχετική δικαιοπραξία, οπότε γίνεται λόγος για εκούσια αντιπροσώπευση, είτε με διάταξη νόμου. Στην εκούσια αντιπροσώπευση η εσωτερική σχέση μεταξύ αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου συνίσταται συνήθως σε σύμβαση εντολής ή άλλη σύμβαση. Η γνώση πραγματικών περιστατικών που επιδρούν στη σύμβαση (ή γενικότερα στη δικαιοπραξία), καθώς και η επίδρασή τους στη σύμβαση (κλπ) κρίνονται από το πρόσωπο όχι του αντιπροσωπευομένου αλλά του αντιπροσώπου. ‘Ετσι, η από τον επί των διαπραγματεύσεων προς σύναψη συμβάσεως αντιπρόσωπο γνώση πραγματικού περιστατικού μέλλοντος να επιδράσει στη σύμβαση και βλαπτικού των συμφερόντων του αντιπροσωπευομένου αποτελεί, κατά πλάσμα του νόμου, ταυτόχρονη όμοια γνώση και του αντιπροσωπευομένου, που ακολούθως τυχαίνει να συνάπτει αυτοπροσώπως τη σύμβαση. Συνέπεια τούτου είναι ότι αποκλείεται ανατροπή της υπό αυτές τις συνθήκες συναπτόμενης συμβάσεως εξαιτίας του ότι κατά τη σύναψη αυτής ο αντιπροσωπευόμενος στην πραγματικότητα αγνοούσε την ύπαρξη του ως άνω περιστατικού, ή ακόμη και λόγω σχετικής εξαπατήσεώς του από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο, στην πραγματικότητα πίστευε στην ανυπαρξία τέτοιου περιστατικού.

Την κατάσταση δε αυτή δεν την αλλάζει το ότι ενδεχομένως είτε ο αντιπροσωπευόμενος, μη έχοντας ενημερωθεί σχετικά από τον αντιπρόσωπο, δικαιούται έναντι αυτού σε αποζημίωση για πλημμελή εκτέλεση της υφιστάμενης στη μεταξύ τους εσωτερική σχέση συμβάσεως εντολής (άρθρ. 714 και 718 ΑΚ) ή άλλης συμβάσεως (άρθρ. 288 ΑΚ), είτε ο αντιπροσωπευόμενος πάντοτε, εναγόμενος για την εκτέλεση της συμβάσεως, που συνήψε μετά την επί των διαπραγματεύσεων αντιπροσώπευσή του, από τον αντισυμβαλλόμενό του, που τυχόν υπήρξε συμμέτοχος με τον αντιπρόσωπο στη σχετική εξαπάτηση εκείνου, επιφέρει απόρριψη της αγωγής μέσω της ενστάσεώς του, ότι η άσκηση της εν λόγω αγωγής είναι καταχρηστική (άρθρ. 281 ΑΚ)…» (ΑΠ 134/2004 ΝοΒ 2004, τ. 52, σελ. 1550, ΝΟΜΟΣ)

«…προκειμένου περί συμβάσεως, η οποία καταρτίζεται με άμεσο αντιπρόσωπο, ο τελευταίος είναι ξένος προς τα αποτελέσματα αυτής, τα οποία επέρχονται αμέσως υπέρ και εις βάρος του αντιπροσωπευόμενου. Επομένως, οι συνέπειες της ανωμάλου εξελίξεως της κατά τον τρόπο αυτό συναφθείσας συμβάσεως δεν αφορούν τον αντιπρόσωπο αλλά τον αντιπροσωπευθέντα, επ' ονόματι του οποίου επιχειρήθηκε η δικαιοπραξία. Ενόψει τούτων, ο αντισυμβληθείς στην παραπάνω σύμβαση νομιμοποιείται (παθητικώς) προς άσκηση της σχετικής αγωγής μόνο κατά του αντιπροσωπευθέντος, επ' ονόματι του οποίου επιχειρήθηκε, μέσω αντιπροσώπου, η σύμβαση, όχι δε και έναντι του ξένου προς τα αποτελέσματα της συμβάσεως πληρεξουσίου. Επομένως, ενόψει και των διατάξεων του άρθρου 68 ΚΠολΔ, προκειμένου περί συμβάσεως πωλήσεως, η οποία καταρτίσθηκε με άμεσο αντιπρόσωπο, η εκ των άρθρων 534, 540, 543, 544 και 547 ΑΚ, όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με το Ν. 3043/2002, περί αναστροφής της πώλησης ή μείωσης του τιμήματος του πωληθέντος, αγωγή του αγοραστή, λόγω πραγματικού ελαττώματος ή έλλειψης συνομολογηθείσας ιδιότητας, καθ' ο μέρος στρέφεται κατά του πληρεξουσίου του πωλητή, είναι προεχόντως παθητικώς ανομιμοποίητη και απορριπτέα (Α.Π. 399/1996 ΕλλΔνη 39, σελ. 1998, ΑΠ
454/90 ΕλλΔνη 31.997, ΕφΠειρ 455/2005, ΤΝομΠληρΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 338/2005 ΕφΘεσ 1288/90 Αρμ 44.321, ΕφΑθ 5237-8/88 ΕλλΔνη 30.145, 12756/87 ΕλλΔνη 30.1195, 4361/85 ΕλλΔνη 27.114, ΕφΔωδ 131/86 Αρμ 41.29, Γεωργιάδη - Σταθόπουλου Γεν. Αρχ. άρθρο 211 Α.Κ. σελ. 552 επ.)…» (ΠΠΘεσ 6689/2008, ΤΝΠ ΔΣΑ)

«…Επί εμμέσου αντιπροσωπεύσεως, υποκείμενο της δια της ενεργείας του αντιπροσώπου ιδρυόμενης εννόμου σχέσεως είναι ο ίδιος ο δικαιοπρακτών αντιπρόσωπος, ο οποίος με βάση τη συνδέουσα αυτόν με τον κύριο της υποθέσεως εσωτερική σχέση (π.χ. σύμβαση εντολής, μίσθωση εργασίας κ.λ.π.), υποχρεούται να μεταφέρει τα στο πρόσωπό του επελθόντα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας με χωριστές μεταβιβαστικές πράξεις στον υπ' αυτού εμμέσως αντιπροσωπευθέντα. Η έμμεση αντιπροσώπευση είναι αντιπροσώπευση συμφερόντων, ενέργεια για λογαριασμό απλώς άλλου και όχι αντιπροσωπεία της Α.Κ. 211. Οι επιχειρούμενες από τον έμμεσο αντιπρόσωπο ιδίω ονόματι, αλλά για λογαριασμό κάποιου άλλου πράξεις μόνο κατά το τελικό οικονομικό τους αποτέλεσμα και διά της πλοκής περισσοτέρων εσωτερικών σχέσεων μεταξύ αντιπροσώπου, τρίτου και αντιπροσωπευομένου αφορούν τον τελευταίο. Η επίδρασή τους στην έννομη σφαίρα του κυρίου των υποθέσεων είναι έμμεση και όχι άμεση, όπως συμβαίνει στην άμεση αντιπροσώπευση της Α.Κ. 211 (βλ. ΑΠ 454/1994 ΕλλΔικ 1995.315, ΕφΠατρ 637/1999 ό.π., ΕΑ 12913/1988 ΝοΒ 1989.1227, ΕΑ 12756/1987 ΕλλΔικ 1989.1195, ΕφΔωδ 131/1986 Αρμ 1987.29, ΕφΠειρ 278/1988 ΕλλΔικ 1990.1476, Απ. Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, έκδ. 1997, σελ. 494 επ)…» (ΜΠΧανίων 146/2006, ΤΝΠ ΔΣΑ) (ΑΠ 57/2002, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1308/2002, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 399/1996 ΕλλΔνη 1998, τ. 39, σελ. 334, ΕφΛαρ 775/2005, ΤΝΠ ΔΣΑ)

ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ

«…από τις ίδιες διατάξεις (160, 211, 216, 217, 229 ΑΚ), σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 200 και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι ο αντιπρόσωπος οφείλει να κάνει χρήση της πληρεξουσιότητάς του σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και ότι η πληρεξουσιότητα ως δικαίωμα υπόκειται στη γενική απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης του άρθρου 281 ΑΚ…» (ΑΠ 484/2007 ΝοΒ 2007, τ. 55, σελ. 1805, ΝΟΜΟΣ).

«…η πληρεξουσιότητα υπόκειται ως δικαίωμα στη γενική απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης του άρθρου 281 Α.Κ. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη είναι καταχρηστική η άκηση του δικαιώματος της πληρεξουσιότητας όταν οι επιχειρηθείσες από τον πληρεξούσιο πράξεις εμπίμπτουν τυπικά μέσα στα όρια της πληρεξουσιότητας, αλλά είναι προφανώς αντίθετες προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου ή τον σκοπό για τον οποίο δόθηκε η πληρεξουσιότητα, ώστε να προκύπτει ότι ουδέποτε θα επιχειρούσε την πράξη ο αντιπροσωπευόμενος και την αντίθεση αυτή προς το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου και το σκοπό της πληρεξουσιότητας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο τρίτος, με τον οποίο συνηλλάγη ο πληρεξούσιος. Η από τον πληρεξούσιο με τη δοθείσα πληρεξουσιότητα, κατά κατάχρηση δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση, καταρτιζόμενη δικαιοπραξία αντίκειται στο νόμο και είναι άκυρη κατά τη διάταξη του άρθρου 174 Α.Κ (βλ. ΑΠ 34/2002 Ελ.Δ/νη 43. 755, Α.Π 99/2001 Ελ.Δ/νη 42.730, Α.Π 1609/1999 Ελλ.Δ/νη
41.434, Α.Π 1462/1998 Ελ.Δ/νη 40.780, Α.Π 443/1987 ΕΕΝ 55.135, ΕΑ 1781/2000 Ελ.Δ/νη 41.1417) (ΕφΔωδεκανήσου 129/2005, ΝΟΜΟΣ) (ΑΠ 484/2007 ΝοΒ 2007, τ. 55, σελ. 1805, ΝΟΜΟΣ).

ΑΝΕΚΚΛΗΤΗ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑ – ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑΣ

«…Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 221, 216, 217, 218, 222, 223 και 361 ΑΚ, συνάγεται ότι η πληρεξουσιότητα αποτελεί δικαιοπραξία που έχει ως αποτέλεσμα την παροχή από τον αντιπροσωπευόμενο σε τρίτο (τον πληρεξούσιο) της εξουσίας αντιπροσώπευσής του. Στην περίπτωση που δοθεί πληρεξουσιότητα για αόριστο χρόνο, η εξουσία αντιπροσώπευσης διατηρείται μέχρι να συμβεί κάποιο γεγονός καταλυτικό της σχέσης μεταξύ αντιπροσωπευόμενου και πληρεξουσίου (ανάκληση ή παύση της πληρεξουσιότητας) και επομένως η μη επέλευση του γεγονότος αυτού δεν αποτελεί στοιχείο αναγκαίο για τη στοιχειοθέτηση αξίωσης από την ύπαρξη εξουσίας αντιπροσώπευσης αλλά βάση ένστασης του επικαλούμενου την ανάκληση ή παύση της πληρεξουσιότητας (ΑΠ 525/1993 ΕλλΔνη 1994.1087). Από τις διατάξεις των άρθρων 218, 224 και 229 ΑΚ προκύπτει περαιτέρω ότι η μετά την, συνεπεία ανακλήσεως, παύση της πηρεξουσιότητας επιχειρηθείσα από τον τέως πληρεξούσιο, στο όνομα εκείνου που έδωσε την πληρεξουσιότητα, πράξη είναι άκυρη, άσχετα από το αν ο τρίτος με τον οποίο επιχειρήθηκε η δικαιοπραξία διατελούσε ή όχι σε καλή πίστη.

Από την ίδια όμως ανωτέρω διάταξη του άρθρου 218 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η πληρεξουσιότητα παύει με ανάκληση και ότι η παραίτηση από το δικαίωμα της ανάκλησης είναι άκυρη, εφόσον η πληρεξουσιότητα αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αντιπροσωπευόμενου, σαφώς προκύπτει ότι ναι μεν η πληρεξουσιότητα και η εντολή που τυχόν αποκτιέται με αυτήν είναι κατ' αρχήν ελευθέρως ανακλητή (βλ. και άρθρο 724 ΑΚ) λόγω του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα αυτής, όμως από το δικαίωμα αυτό της ανακλήσεως χωρεί κατ’ εξαίρεση παραίτηση, η οποία καθιστά αμετάκλητη την πληρεξουσιότητα (και την εντολή), εφόσον αυτή αποσκοπεί στην αποκλειστική ή έστω και παράλληλη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του αντιπροσώπου ή τρίτου (βλ. I. Δεληγιάννη, Η πληρεξουσιότης εις το παρ’ ημίν ισχύον ιδιωτικόν δίκαιον, 1954, σελ. 241, Κ. Παντελίδου, Η αμετάκλητη πληρεξουσιότητα, 1987, σελ. 33, Μπαλή, ΓενΑρχ, έκδοση 6η, παρ. 117, Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, ΑΚ, τόμ. Α', ΓενΑρχ., σελ. 383-385).

Στην περίπτωση που υπάρχει νόμιμη παραίτηση από το δικαίωμα ανακλήσεως της πληρεξουσιότητας, κάθε ανάκληση αυτής (πληρεξουσιότητας) που γίνεται παρά τη συμφωνία είναι άκυρη και δεν επιφέρει ενέργεια. Παρέχεται στην περίπτωση αυτή στον πληρεξούσιο (ή τον εντολοδόχο) το δικαίωμα να αγνοήσει την ανάκληση αυτή και να προβεί εγκύρως στην κατάρτιση της δικαιοπραξίας, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα (βλ. ΑΠ 197/1983 ΝοΒ 31.1550, ΑΠ 1108/1984 ΝοΒ 33.771). Το πραγματικό δε γεγονός, ότι η πληρεξουσιότητα αφορά μόνο ή συγχρόνως και το συμφέρον του αντιπροσώπου, ως προϋπόθεση για την έγκυρη χορήγηση ανέκκλητης πληρεξουσιότητας, μπορεί να προκύπτει και από την υποκείμενη σχέση μεταξύ αντιπροσωπευόμενου και πληρεξουσίου, στην οποία στηρίζεται η πληρεξουσιότητα, όχι μόνο εντολής αλλά και άλλης.

Ενόψει δε του ότι η μονομερής δικαιοπραξία με την οποίαν παρέχεται η πληρεξουσιότητα είναι αφηρημένη και υπάρχει ανεξάρτητα από την έννομη σχέση εξαιτίας της οποίας έγινε και για το λόγο αυτόν ουδόλως είναι απαραίτητο να αναφέρεται στο περί αυτής έγγραφο, συμβολαιογραφικό ή όχι, ως στοιχείο του κύρους της, η υποκείμενη σχέση (αιτία) από την οποία απορρέει ενδεχομένως το συμφέρον του αντιπροσώπου για την παροχή σ' αυτόν ανέκκλητης πληρεξουσιότητας, μπορεί ο τελευταίος ν' αποδείξει την ύπαρξη της σχέσεως αυτής και το σχετικό προς τούτο έννομο συμφέρον του και από στοιχεία κείμενα εκτός του πληρεξουσίου εγγράφου, με το οποίο ο αντιπροσωπευόμενος παραιτήθηκε από το δικαίωμα ανακλήσεως και χορήγησε σ' αυτόν (αντιπρόσωπο) ανέκκλητη πληρεξουσιότητα (βλ. ΑΠ 197/1983 ΝοΒ 31.1550). Και η ανέκκλητη πληρεξουσιότητα μπορεί να ανακληθεί κατ' εξαίρεση, κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 672, 752 και 766 ΑΚ, αν συντρέξει σπουδαίος λόγος. Υπάρχει δε τέτοιος όταν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (ΑΚ 288), δεν μπορεί να αξιωθεί από τον αντιπροσωπευόμενο να μην ανακαλέσει την πληρεξουσιότητα, όπως είναι βαριά παράβαση των καθηκόντων του αντιπροσώπου (βλ. ΑΠ 1108/1984 ΝοΒ 33.771, ΑΠ 880/1991 ΕλλΔνη 192.841, ΕφΑθ 1834/1993 ΕλλΔνη 1994.487, Karl Larenz, Allgemeiner Teil des Deutschen Burger-lichen Rechts, 5. Auf., παρ. 31 III, σελ. 569, 570, Thiele, in Munch. Komm. 36 zu παρ. 168)…» (ΕφΑθ 553/1996 Αρμ 1998, τ. ΝΒ, σελ. 1334, ΝΟΜΟΣ) (ΑΠ 392/2006 ΝοΒ 2006, τ. 54, σελ. 1001, ΧρΙΔ 2006/ΣΤ, σελ. 594)

«…Από το συνδυασμό των διατάξεων, των άρθρων 218, 219, 220, 222, 224, 225 και 229 του Α.Κ. συνδυαζόμενων και με την διάταξη του άρθρου 724 του ΑΚ, προκύπτει αφενός μεν ότι, η πληρεξουσιότητα, που δόθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο - ωσαύτως δε και η περιεχόμενη σ' αυτό εντολή
(που προσδιορίζει την "εσωτερική" μεταξύ των μερών, έννομη σχέση) - νομίμως και εγκύρως ανακαλείται (ομοίως) και δη, οποτεδήποτε, και η παραίτηση από το δικαίωμα της ανάκλησης είναι άκυρη, εφόσον η πληρεξουσιότητα αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αντιπροσωπευόμενου πληρεξουσιοδότη (άρθρο 218 ΑΚ) ή εάν η εντολή από τον πληρεξουσιοδότη, προς τον πληρεξούσιο, εντολοδόχο (που αποτέλεσε την εσωτερική έννομη σχέση μεταξύ των προσώπων αυτών) αφορά και το συμφέρον του τελευταίου (εντολοδόχου) ή του τρίτου, της τοιαύτης ανάκλησης μάλιστα, κοινοποιούμενης προς τον πληρεξούσιο - εντολοδόχο ή προς τον τρίτο, αφετέρου δε ότι, η μετά την ανάκληση αυτήν και την εντεύθεν επερχόμενη παύση της πληρεξουσιότητας και της εντολής επιχειρούμενη πράξη, νομική ή και υλική, για λογαριασμό του πληρεξουσιοδότη - εντολέα (όπως είναι και η, από τον πρώην πληρεξούσιο αντιπρόσωπο και εντολοδόχο, πώληση προς τον τρίτο, ακίνητου του πληρεξουσιοδότη, εντολέως είναι απολύτως άκυρη και για τον πληρεξούσιο, εντολοδόχο αλλά και για τον καλής πίστεως ακόμη τρίτο [(όπως ορίζεται στο άρθρο 225 (βλ. για την απόλυτη ακυρότητα και ΕφΑθ 5645/1977 Αρμεν 31, σελ. 835)].

Στην περίπτωση αυτήν, ο μεν αντιπροσωπευόμενος, που επικαλείται την ακυρότητα της σύμβασης - και για τον πληρεξούσιο, εντολοδόχο του και για τον τρίτο - δεν έχει τίποτε άλλο να αποδείξει, παρά μόνο την προαναφερόμενη παύση της πληρεξουσιότητας και της εντολής του, ο δε τρίτος, στην περίπτωση που αξιώνει κατά του ανωτέρω αποζημίωση, ως καλής πίστεως τρίτος, χρειάζεται (άρθρο 225) να αποδείξει ότι α) ο πληρεξούσιος (και ο εντολοδόχος) τελούσε εν γνώσει της ως άνω παύσεώς του και β) ότι, ήταν ευχερές στον αντιπροσωπευόμενο πληρεξουσιοδότη και εντολέα να γνωστοποιήσει στον ίδιο (δηλαδή στον τρίτο) την παύση αυτήν, [βλ. Γ. Μπαλής "Γεν. Αρχ." παρ. 119 ιδίως στη σελ. 243 - Τούσης "Γεν. Αρχ." παρ. 146 και ιδίως παρ. 147 σημ. 2 - Παπαχρήστου παρ. 556 - Δεληγιάννη "Γεν. Αρχ.", στα άρθρα 224, 225 - Απ. Γεωργιάδης, Μ. Σταθοπούλου ΑΚ, τομ. Γ, άρθρα 724, 725 σελ. 757 επ. και αντί άλλων ΑΠ 252/1960 ΝοΒ 9.1030 - ΕφΑθ 2330/1957 ΕΕΝ 26.39 - ΑΠ 555/1974 ΝοΒ 23.144 - ΕφΑθ 5645/1977 Αρμεν. 31.835 (βλ. για άλλο όμως ζήτημα και δη, της "κατάχρησης πληρεξουσιότητας" ΑΠ 443/87 ΝοΒ 36.917 - ΑΠ 1228/87 ΝοΒ 36.1442
και σχολ. I. Σπυριδάκη και ΑΠ 460/77 ΝοΒ 26.474]…» (ΕφΑθ 6437/2004, ΝΟΜΟΣ).


«…Τέτοιον όμως σπουδαίο λόγο για την ανάκληση της αμετάκλητης πληρεξουσιότητας δεν συνιστά μόνη η ύπαρξη αμφισβήτησης μεταξύ αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου, ως προς την έκταση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη μεταξύ τους σχέση (ΑΠ 1528/2002)…» (ΑΠ 1309/2006 ΝοΒ 2006, τ. 54, σελ. 1465, ΝΟΜΟΣ).


ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

«…Κατά το άρθρο 223 ΑΚ η πληρεξουσιότητα, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο, παύει με το θάνατο ή τη δικαιοπρακτική ανικανότητα αυτού που την έδωσε ή αυτού που έλαβε την πληρεξουσιότητα. Κατά δε το άρθρο 224 ΑΚ, δικαιοπραξία που επιχειρήθηκε μετά την παύση της πληρεξουσιότητας από πληρεξούσιο που αγνοούσε την παύση, ισχύει υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου ή των καθολικών του διαδόχων, εκτός αν ο τρίτος εγνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την παύση της πληρεξουσιότητας. Όπως συνάγεται από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 229 επ. του ίδιου Κώδικα και τα άρθρα 106, 216 και 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ο καθολικός διάδοχος του αντιπροσωπευόμενου, αιτούμενος την αναγνώριση ότι η σύμβαση που συνήψε ο αντιπρόσωπος του δικαιοπαρόχου του είναι ανίσχυρη ως συναφθείσα μετά την παύση της δοθείσας πληρεξουσιότητας συνεπεία θανάτου του αντιπροσωπευόμενου, αρκεί για την παραδοχή της αγωγής του να επικαλεσθεί και αποδείξει την προηγηθείσα της συμβάσεως και διά της αγωγής του επικαλούμενη παύση της πληρεξουσιότητας. Αν ο εναγόμενος τρίτος, που μάχεται υπέρ του κύρους της συμβάσεως, φρονεί ότι ο πληρεξούσιος αγνοούσε κατά την σύναψή της την παύση της πληρεξουσιότητας και στη συγκεκριμένη περίπτωση τον προηγηθέντα θάνατο του αντιπροσωπευόμενου, αυτός οφείλει να επικαλεσθεί κατ' ένσταση και ν' αποδείξει την άγνοια του αντιπροσώπου.

Στην περίπτωση αυτή ο ισχυρισμός του ενάγοντος καθολικού διαδόχου του αντιπροσωπευόμενου κατά τον οποίο ο εναγόμενος τρίτος εγνώριζε κατά τη σύναψη της συμβάσεως, άλλως όφειλε να γνωρίζει, την παύση της πληρεξουσιότητας συνιστά αντένσταση, την οποία αυτός όφειλε να αποδείξει…» (ΑΠ 153/1999, ΤΝΠ ΔΣΑ)

ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑ ΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ ΝΟΜΙΜΟΥ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΟΥ

«…Από τη διάταξη του άρθρου 223 ΑΚ, κατά την οποία η πληρεξουσιότητα εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο παύει με το θάνατο αυτού που την έδωσε, δεν συνάγεται ότι το ίδιο αποτέλεσμα επάγεται και ο θάνατος του νομίμου αντιπροσώπου νομικού προσώπου καθόσον ούτε η υπόσταση ή η ικανότητα για δικαστική παράσταση του νομικού προσώπου επηρεάζονται με το θάνατο του νομίμου αυτού αντιπροσώπου ούτε και εκλείπουν ένεκα του θανάτου τα έννομα αποτελέσματα της βουλήσεως του νομικού προσώπου που δηλώθηκε εγκύρως κατά την παροχή της πληρεξουσιότητας από αυτό, το οποίο αντιπροσωπεύτηκε νομίμως κατά την παροχή της πληρεξουσιότητας προς επιχείρηση δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων. Την παύση της πληρεξουσιότητας μπορεί πλέον να επιφέρει μόνον η ανάκληση αυτής από εκείνον που διαδέχθηκε το νόμιμο αντιπρόσωπο που πέθανε (ΑΠ 105/1951) (ΑΠ 1270/2002 ΕλλΔνη 2004, τ. 45, σελ. 474, ΝΟΜΟΣ).

ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑΣ - ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑΣ – ΠΛΑΣΤΗ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑ

«…Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 229, 232 και 235 του ΑΚ, αν κάποιος χωρίς πληρεξουσιότητα συνομολόγησε ως αντιπρόσωπος άλλου
δικαιοπραξία, είτε αυτή είναι σύμβαση είτε μονομερής δικαιοπραξία είτε και σύμβαση με τον εαυτό του (αυτοσύμβαση), η σχετική δικαιοπραξία είναι ανίσχυρη έναντι του αντιπροσωπευομένου και δεν παράγει αποτελέσματα, εκτός αν εκ των υστέρων την εγκρίνει ο αντιπροσωπευόμενος…» (ΑΠ 96/2007, ΝΟΜΟΣ).

«…από τις διατάξεις των άρθρων 160, 211, 216, 217 και 229 του ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση που συνομολογεί κάποιος ως αντιπρόσωπος άλλου καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας είναι άκυρη και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο που την αποκρούει και δεν την εγκρίνει, γιατί η υπέρβαση αυτή ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα…» (ΑΠ 484/2007 ΝοΒ 2007, τ. 55, σελ. 1805, ΝΟΜΟΣ).

«…Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 229 επ. ΑΚ, αν ο αντιπρόσωπος ενήργησε καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας κατά τη σύναψη συμβάσεως με τρίτον, εφόσον ο αντιπροσωπευόμενος πληρεξουσιοδότης δεν εγκρίνει την καταρτισθείσα με τον τρίτο δικαιοπραξία αλλά την αποκρούσει, η τελευταία είναι άκυρη (ανίσχυρη) έναντι αυτού, γιατί η υπέρβαση αυτή ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα. Δηλαδή στην περίπτωση κατά την οποία κάποιος καταρτίζει μια σύμβαση ως αντιπρόσωπος άλλου χωρίς πληρεξουσιότητα, η σύμβαση αυτή δεν έχει, κατ’ αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 229 ΑΚ, υποχρεωτική ισχύ για τον αντιπροσωπευόμενο. Αυτό όμως δεν σημαίνει και ότι η σύμβαση είναι άκυρη, απλώς το κύρος και η δεσμευτικότητά της έναντι του αντιπροσωπευομένου εξαρτώνται από την έγκρισή του και συνεπώς μέχρι της εγκρίσεως ή της αποκρούσεως (αποποιήσεως) εκ μέρους του αντιπροσωπευομένου αυτή είναι ατελής και μετέωρη, με την έννοια ότι προσωρινώς δεν παράγει αποτελέσματα (βλ. I. Δεληγιάννη, Η κατάχρηση της πληρεξουσιότητας στο ελληνικό αστικό δίκαιο, Αρμ 1977.509 επ., ιδίως αριθ. 11 και 15, Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, Αστικό  Κώδικα, άρθρ. 229-231 II, 7, ΑΠ 12/2000 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1462/1998 Δνη 1999/780, ΑΠ 454/1990 Δνη 31/997, ΑΠ 466/1977 ΝοΒ 26.47, ΕφΑθ 5761/1993 ΝοΒ 42/78, ΕφΑθ 12364/1990 ΝοΒ 39/766, ΕφΠατρ 721/1981 ΑρχΝ 33/89).

Άλλη περίπτωση παύσεως της μετέωρης αυτής κατάστασης είναι η πάροδος της εύλογης προθεσμίας την οποία έχει δικαίωμα κατά το άρθρο 229 παρ. 2 ΑΚ να τάξει ο αντισυμβαλλόμενος στον αντιπροσωπευόμενο για να εγκρίνει τη σύμβαση, είτε τέλος με την κατ' άρθρο 230 ΑΚ «υπαναχώρηση» του αντισυμβαλλομένου, δηλαδή με την ανάκληση της δικής τoυ δικαιοπρακτικής δήλωσης, όσο ο αντιπροσωπευόμενος δεν εγκρίνει τη σύμβαση… (ΕφΔωδ 60/2006, ΝΟΜΟΣ) (ΕφΔωδ 84/2005, ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 129/2005, ΝΟΜΟΣ, ΠΠΡόδου 41/2006, ΝΟΜΟΣ)

«…αν σύμβαση καταρτίσθηκε στο όνομα άλλου, χωρίς ο εμφανισθείς ως αντιπρόσωπος να διαθέτει εξουσία αντιπροσωπεύσεως, όπως συμβαίνει, όταν ενήργησε καθ' υπέρβαση των ορίων της αντιπροσωπεύσεως ή όταν η επικαλούμενη πληρεξουσιότητα είναι πλαστή, η ενέργεια (ισχύς) της συμβατικής σχέσεως, που δημιουργείται μεταξύ του τρίτου αντισυμβαλλομένου και αυτού, που εκπροσωπήθηκε χωρίς εξουσία, εξαρτάται από την έγκριση του τελευταίου, εφόσον αυτόν αφορά η σχέση. Η σύμβαση, μέχρι της εγκρίσεως εκ μέρους του αντιπροσωπευομένου, δεν είναι άκυρη, αλλά εκκρεμής. Κατά τη διάρκεια αυτής της μετέωρης καταστάσεως, κατά την οποία μολονότι δεν επέρχονται τα αποτελέσματα της συμβάσεως, δημιουργείται εν τούτοις ήδη με την κατάρτισή της ορισμένη προσδοκία επελεύσεως των αποτελεσμάτων, που σκοπήθηκαν με αυτή, ο ως αντιπρόσωπος εμφανισθείς δεν μπορεί πλέον να επέμβει, διότι μόνοι αρμόδιοι είναι αυτοί τους οποίους η σύμβαση αφορά, δηλαδή, ο αντιπροσωπευόμενος και ο αντισυμβαλλόμενος και, εάν ο αντιπροσωπευόμενος αποκρούσει και δεν εγκρίνει τη σύμβαση, δεν υπάρχει, καθόσον αφορά αυτόν, καμιά υποχρέωση από αυτή, αφού καθίσταται οριστικώς άκυρη (Μπαλής Γεν. Αρχ., Εκδ. 1961, §§ 120, 121, Τούσης, Γεν. Αρχ. § 150, Γεωργιάδης - Σταθόπουλος, ΑΚ υπ' αρθ. 229-231 σελ. 339 επ., Σημαντήρας Γεν. Αρχ. Εκδ. 1993, σελ. 538, ΑΠ 1462/1998 ΕλΔ 40.780, ΑΠ 1193/ 2001 ΕλΔ 43.747).

Ειδικότερα, στην περίπτωση πωλήσεως … στο όνομα άλλου (άμεση αντιπροσώπευση) η δικαιοπραξία, που επιχειρήθηκε με πλαστή πληρεξουσιότητα, που ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα, εφόσον ο αντιπροσωπευθείς απέκρουσε και δεν ενέκρινε τη σύμβαση, δεν έχει ισχύ ως προς αυτόν και δεν είναι ικανή να μεταβιβάσει κυριότητα, ο αντισυμβαλλόμενος όμως μπορεί, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθ. 231 ΑΚ να ζητήσει από τον εμφανισθέντα ως πληρεξούσιο αποζημίωση, δεδομένου ότι η εκτέλεση της συμβάσεως υπ' αυτού είναι πρακτικώς αδύνατη, διότι η εκποιητική σύμβαση εκπληρούμενη από αυτόν θα συνιστά άκυρη διάθεση παρά μη δικαιούχου (Τούσης, ό.π. σελ. 531 σημ. 2, Γεωργιάδης - Σταθόπουλος, ό.π. αριθ. 18 σελ. 404, ΕφΑθ 7206/1995, ΕλΔ 38, σελ. 932…» (ΕφΑθ 4124/2003 ΕλλΔνη 2005, τ. 46, σελ. 185, ΤΝΠ ΔΣΑ).

ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ

«…Η διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ ορίζει ότι “ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της” προκύπτει, ότι αν ο εντολοδόχος σ' εκτέλεση της εντολής απέκτησε κινητό πράγμα, σύμφωνα με τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσωπεύσεως, δηλαδή στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα, γίνεται κύριος αυτού και έχει απλώς ενοχική υποχρέωση να το μεταβιβάσει στον εντολέα, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 1034 ΑΚ. Επομένως, αν ο εντολοδόχος αρνηθεί να αποδώσει το κινητό αυτό πράγμα στον εντολέα και το κατακρατήσει, αθετεί απλώς την από το παραπάνω άρθρο σχετική ενοχική υποχρέωσή του προσβάλλοντας το αντίστοιχο ενοχικό δικαίωμα του εντολέα και δεν διαπράττει υπεξαίρεση και συνακόλουθα αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ…» (ΑΠ 339/2005 ΕλλΔνη 2006, τ. 46, σελ. 1388)

«…από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 719, 914 και 375 ΠΚ συνάγεται ότι αν ο εντολοδόχος σε εκτέλεση της εντολής απέκτησε κινητό πράγμα σύμφωνα με τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσώπευσης, δηλαδή στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα, γίνεται κύριος αυτού και έχει απλώς ενοχική υποχρέωση να το μεταβιβάσει στον εντολέα, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 1034 ΑΚ. Αν, όμως, αυτός (εντολοδόχος) απέκτησε το κινητό πράγμα σύμφωνα με τους κανόνες της άμεσης αντιπροσώπευσης, δηλαδή στο όνομα του εντολέα, τότε δεν γίνεται κύριος αυτού, μη αποδίδων δε τούτο στον εντολέα διαπράττει υπεξαίρεση…» (ΑΠ 1894/2008, ΝΟΜΟΣ). (ΑΠ 372/2003 ΝοΒ 2003, τ. 51, σελ 1684, ΝΟΜΟΣ).

πηγή: www.gadamopoulos.gr

Last Updated on Friday, 24 June 2011 08:39