ΥΠΟΘΗΚΟΦΥΛΑΚΕΙΟ-ΕΝΕΧΥΡΟΦΥΛΑΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

................................................ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ......................................................

Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΟΥ ΥΠΟΘΗΚΟΦΥΛΑΚΑ

ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

«…Οι υποθηκοφύλακες είναι άμισθοι δικαστικοί υπάλληλοι και τα Υποθηκοφυλακεία δημόσιες υπηρεσίες χωρίς καμία δικαιοδοτική αρμοδιότητα και  δικαιοδοσία. Σύμφωνα με το άρθρο 13 β.δ. 533/1963 «Περί εκτελέσεως άρθρου 10 ν.δ. 4201/61 περί των εργασιών των Υποθηκοφυλακείων», οσάκις ο φύλαξ των υποθηκών είναι κατά τόπον ή καθ’ ύλην αναρμόδιος όπως ενεργήση καταχώρισιν τινά ή εκ της ελλείψεως τινών των εν άρθροις 1 στοιχείων, δημιουργείται αμφιβολία περί της ταυτότητας των ενεχομένων ή του ακινήτου ή το προς καταχώρισιν προσαγόμενον έγγραφο δεν είναι γεγραμμένον κατά τα εν άρθροις 4 οριζόμενα, «δεν συνοδεύεται από τα αναγκαία δικαιολογητικά ή ταύτα δεν δικαιολογούσι την αιτούμενην καταχώρισιν, δεον να απορρίψει την αίτησιν και αφού συντάξη επ’ αυτής πράξιν αιτιολογούσαν την απόρριψιν, να ειδοποιήση τον ενδιαφερόμενον εάν υπάρχει διεύθυνσις αυτού και να παραδώση τα συνημμένα τη αιτήσει έγγραφα».

Επομένως, ο υποθηκοφύλακας, ως επικουρικός δικαστικός υπάλληλος, κατά γενικό κανόνα, περιορίζεται σε τυπικό έλεγχο της προσκομιδής των απαιτούμενων εγγράφων και δικαιολογητικών με τα οποία εξυπηρετείται η αρχή της δημοσιότητας (Γνωμ. Ράμμου – Τσιριντάνη ΝοΒ 17.148) και δεν έχει αρμοδιότητα ή εξουσία να κρίνει τη νομιμότητα ή μη των μεταγραφόμενων πράξεων και να αποφαίνεται για τις τυχόν ακυρότητες, εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις που ορίζονται στο νόμο, η παράβαση των οποίων καθιδρύει ενίοτε πειθαρχική ή ποινική του ευθύνη και στις οποίες ο νόμος  αναθέτει στους άνω πρόσθετες τυπικές υποχρεώσεις κατά τις οποίες δικαιούται, αφού παραλάβει την αίτηση, να εξετάσει το κύρος των προσαγόμενων προς μεταγραφή πράξεων και να αρνηθεί τη μεταγραφή, σημειώνοντας στο βιβλίο την άρνηση και τους λόγους αυτής (άρθρα 10 ν.δ. 4201/61 και 1 β.δ. 1043/66, άρθρα 13 παρ. 4 α.ν 1587/50, 106 παρ. 1 εδ. β’ ν.δ.11.8/73, 12 παρ. 2 π.δ. 129/89, 17 παρ. 12 και 29 παρ. 4 ν. 1337/83, 4 παρ. 2ν. 2052/1992, βλ. σχετ. Ράμμος ΕρμΑΚ Εισαγ. Άρθρα 1192-1228 αρ. 21γ, «Η μεταγραφή των συμβολαίων και η άρνηση των Υποθηκοφυλάκων για μεταγραφή» Μ. Δατσίδη, Αρμ. 1993. 1182 επ).

 

Συναφώς με τα παραπάνω, έχει γίνει δεκτό από τη θεωρία ότι οι μεταγραπτέες πράξεις μεταγράφονται εφόσον είναι έγκυρες και ότι η άρνηση της μεταγραφής από τον μεταγραφοφύλακα δικαιολογείται μόνον αν η ακυρότητα της πράξης είναι εμφανής και ο μεταγραφοφύλακας μπορεί να σχηματίσει βεβαιότητα γι’ αυτήν (ΕφΑθ 6444/2003, ΕλλΔνη 46.259, ΕφΑθ 1491/2003, ΕλλΔνη 2004.928, ΕφΛαρ 616/2000, ΤρΝομΠληρΔΣΑ, βλ. στον ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλο, άρθρο 1192, υπό ΙΙ 2, τόμος VI, σελ. 217). Τέτοια περίπτωση υπάρχει λ.χ. όταν η δικαιοπραξία είναι ανυπόστατη ή αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου (άρθ. 174, 180 ΑΚ).

 

Όμως, ο μεταγραφοφύλακας δεν μπορεί να επεκταθεί σε έλεγχο εγγράφων και να προβεί σε ουσιαστικό έλεγχο της μεταγραπτέας δικαιοπραξίας (ΕφΑθ 1491/2003, ό.π.). Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρ. 1194 ΑΚ, καθένας που δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την μεταγραφή, ενώ με την διάταξη του άρθρου 1192 ίδιου κώδικα, καθορίζονται οι μεταγραπτέες πράξεις. Από αυτές τις διατάξεις γίνεται φανερό, ότι η μεταγραφή, όπως τα θέματα αυτής ρυθμίζονται τώρα από τον ΑΚ, το δε από το ν.δ. 4201/61 και από τα ΒΔ 533/63, 517/1964 και 1043/66, είναι η καταχώρηση στα σχετικά βιβλία μεταγραφών, περιλήψεως των εγγράφων με τα οποία βεβαιώνεται, η σύσταση, μετάθεση, τροποποίηση ή κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου και ειδικότερα κυριότητας ή δουλείας (Βάλληνδα υπ’ άρθρ. 1192, Γ. Μπαλή Εμπρ.Δ. παρ.189, Τούση Εμπρ.Δ. παρ. 203). Η μεταγραφή ως πράξη δημοσίας αρχής, που καλύπτει με την καθιερωμένη δημοσιότητα την μεταγραπτέα ιδιωτικού δικαίου δικαιοπραξία, δεν εγγυάται έναντι των τρίτων το έγκυρο αυτής (βλ. και 1202, 1203 ΑΚ), αλλά ούτε και καθαίρει τα σε αυτήν τυχόν εγκείμενα ελαττώματα (ακυρότητας ή ακυρωσίας) αφού, ως μέσο δημοσιότητας και διατυπώσεως της μεταγραφομένης δικαιοπραξίας, εμφανίζει αυτή δημοσίως, όπως είχε προ της μεταγραφής αυτή καθ’ εαυτή καταρτισθεί, και οι λόγοι προσβολής της ως άκυρης ή ακυρώσιμης παραμένουν ανέπαφοι και μετά ταύτα (Εφ.Κρ. 141/65 ΕΕΝ 23.142 Μπαλή Εμπρ.Δ. παρ. 192).

Η έλλειψη κάποιου στοιχείου, είτε στην περίπτωση καταχωρήσεως στα βιβλία μεταγραφών, είτε στο ευρετήριο μεταγραφών, τότε μόνον επάγεται ακυρότητα της μεταγραφής, όταν η έλλειψη στρέφεται σε ουσιώδες στοιχείο, όταν δηλαδή εξ αιτίας της ελλείψεως αυτής, η μεταγραφή όπως ενεργήθηκε δεν είναι ικανή να παράσχει προς  τους τρίτους, υπηρεσία, ήτοι την δημοσιότητα για την μεταγραπτέα πράξη όπως τη θέλησε ο νόμος. Στοιχεία που έχουν τη σπουδαιότερη σημασία για  την πράξη της μεταγραφής είναι το είδος της δικαιοπραξίας, τα πρόσωπα των μερών, δηλαδή η ταυτότητα αυτών, όπως επίσης η ταυτότητα του  ακινήτου, που αφορά η μεταγραφόμενη πράξη.

Επίσης το είδος ή η έκταση του συνιστώμενου εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου… (ΕφΑθ 1634/1990, ΑρχΝ 1990 τ. ΜΑ, σελ. 347)… (ΑΠ 1330/2008 ΝοΒ 2009, τ. 57, σελ. 139, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΠΠΘεσ 47638/2007 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΠΘεσ 24950/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΠΠειραιά 294/2007 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΓνωμΕισΑΠ 2/1987 ΕλλΔνη 1987, τ. 28, σελ. 1156 επ.). …Ναι μεν η μεταγραφή δεν καλύπτει τις ουσιαστικές και τυπικές ελλείψεις του τίτλου [βλ. Μπαλή – Εμπράγματο Δίκαιο – παρ. 192, Τούση Εμπράγματο Δίκαιο παρ. 209 σελ. 866] ή την ακυρότητα της πράξης που μεταγράφεται, [βλ. Φίλιο ό.π. παρ. 87 σελ. 178] πλην όμως δεν είναι τυπική πράξη αλλά πράξη δημόσιας αρχής, δηλ. του υποθηκοφύλακα [βλ. και ΑΠ 888/77 ΝοΒ 26. 703, Φίλιο παρ. 86 σελ.177] που συνάπτεται με τη δημοσιότητα των εμπράγματων μεταβολών πάνω στα ακίνητα, [βλ. και ΑΠ 888/77, ΝοΒ 26.703, ΑΠ 116/54 ΕΕΝ 21.284] η οποία (δημοσιότητα) ανάγεται στην ασφάλεια των συναλλαγών και προστασία των συμβαλλομένων [βλ. μόνο Ράμμο ΕρμΑΚ Εισ. παρ. 1192 – 1208 Νο 5 επ., Μπαλή παρ. 52] και γι’ αυτό είναι απαραίτητη προϋπόθεση της μεταβίβασης της κυριότητας κλπ [βλ. άρθρο 1198 ΑΚ] και οι σχετικές γι’ αυτήν διατάξεις (άρθρα 1196 – 1197 ΑΚ) είναι δημόσιας τάξης [βλ. ΑΠ 361/60 ΝοΒ 8.1198, Μπαλή παρ. 190]. Έτσι ο μεταγραφοφύλακας είναι υποχρεωμένος [ΟΧΙ απλώς μπορεί] να αρνηθεί την μεταγραφή άκυρης πράξης αφού όχι μόνο μια τέτοια μεταγραφή δεν συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα, αλλά και μπορεί να παραπλανήσει όσους καταφεύγουν στα οικεία βιβλία [βλ. και Σταθόπουλο υπό 1192 Νο 5] κλπ όταν μάλιστα δεν επιτρέπεται διαγραφή παράνομης μεταγραφής.

Έτσι ο μεταγραφοφύλακας στις άνω περιπτώσεις όταν γνωρίζει τις ελλείψεις κλπ και συμπράττει σε άκυρη κλπ πράξη υπέχει όχι μόνο πειθαρχική αλλά και αστική και ποινική ευθύνη – 46, 47, 242, 259, 386 κλπ ΠΚ-. Τέτοια πειθαρχική και ποινική ευθύνη έχει και ο συμβολαιογράφος που συμπράττει σε τέτοιες άκυρες πράξεις εν γνώσει τούτων, όπως επίσης ποινική ευθύνη έχει και οποιοσδήποτε άλλος που συμπράττει σ’ αυτές ή κάνει χρήση αυτών… (Γνωμ.Εισ.ΑΠ 7/2007, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΓνωμΕισΧαλκιδ. 1/1989 ΑρχΝομ 1990, τ. MA, σελ. 403, ΝΟΜΟΣ). «…Ο υποθηκοφύλακας δεν δικαιούται να προβεί σε έλεγχο για το βάσιμο του τρόπου που απέκτησε το ακίνητο αυτός που μεταβιβάζει (ΕφΑθ 1491/2003 ΕλλΔνη 2004, τ. 45, σελ. 928), ούτε σε ουσιαστικό έλεγχο της βασιμότητας του τρόπου με τον οποίο δημιουργήθηκαν αγροτικές οδοί και απέκτησαν την ιδιότητα του κοινοχρήστου…» (ΕφΠατρών 394/2006, ΑχΝομ. 2007, τ. 23, σελ. 155, ΤΝΠ ΔΣΑ). «…Ο αρμόδιος Υποθηκοφύλακας, εφόσον έχουν μεταγραφεί νομότυπα δικαιοπραξίες, έστω και άκυρες, δεν έχει διαγνωστική εξουσία (η οποία στην περίπτωση αυτή ανήκει μόνο στο δικαστήριο, μετ’ άσκηση αναγνωριστικής αγωγής από εκείνον που έχει έννομο προς τούτο συμφέρον) να ερευνήσει και κρίνει αν είναι άκυρες οι μεταγραμμένες νομότυπα πράξεις και στη συνέχεια να ενεργήσει αυτεπάγγελτα τη σχετική σημείωση στο περιθώριο αυτών, όταν μάλιστα για την ενέργεια αυτή η διάταξη του άρθρου τούτου (1202 ΑΚ) όχι μόνο αξιώνει αναγνώριση της ακυρότητας της δικαιοπραξίας με δικαστική απόφαση, αλλ’ απαιτεί και τελεσιδικία της…» (ΑΠ 990/1993, ΤΝΠ ΔΣΑ).

«…Ιδιαίτερα δε, για την περίπτωση που η πράξη που φέρεται στον υποθηκοφύλακα προς μεταγραφή είναι δικαστική απόφαση, ο ως άνω έλεγχος νομιμότητας εκ μέρους του υποθηκοφύλακα, δεν δύναται να επεκταθεί σε έλεγχο του νόμω και ουσία βάσιμου της αγωγής, δεδομένου ότι ο έλεγχος των στοιχείων αυτών γίνεται αποκλειστικά από το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ασκείται κάθε φορά η αγωγή και εμπεριέχεται, ως δικαιοδοτική κρίση, στη δικαστική απόφαση που εκδίδεται επί της αγωγής. Πολύ περισσότερο η αρμοδιότητα του υποθηκοφύλακα δεν εκτείνεται στον έλεγχο της ορθότητας, νομικής και ουσιαστικής, της ίδιας της δικαστικής απόφασης, δεδομένου ότι αυτός ο έλεγχος, χωρίς να αποκλείεται, υπάγεται, πάντως, στην αρμοδιότητα της δικαστικής εξουσίας και πάλι, η οποία επιλαμβάνεται αρμοδίως, μετά την άσκηση των σχετικών ενδίκων μέσων και βοηθημάτων που προβλέπει ο νόμος…» (ΜΠΘεσ 21499/2008, ΤΝΠ ΔΣΑ).

«…αρμοδιότητά του (υποθηκοφύλακα) στην προκειμένη περίπτωση ήταν να ελέγξει το αν οι αιτούντες προσκόμισαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα και όχι, υποκαθιστώντας τους αρμόδιους υπαλλήλους της Γ’ ΔΟΥ Λάρισας, να προβεί σε έλεγχο για το αν υπολογίσθηκε ορθά ή όχι από τους τελευταίους ο οφειλόμενος προς το Ελληνικό Δημόσιο φόρος χρησικτησίας…» (ΜΠρΛάρισας 17/2002, ΝΟΜΟΣ) (ΑΠ 1330/2008 ΝοΒ 2009, τ. 57, σελ. 139, ΕφΛαρ 616/2000, ΕΔΠ 2000 σελ. 124, ΕφΑθ 1491/2003 ΕλλΔνη 2004, τ. 45, σελ. 928, ΕφΑθ 6444/2003 ΕλλΔνη 2005, τ. 46, σελ. 261).

«…Στις ακυρώσιμες δικαιοπραξίες, όπου δεν είναι βέβαιο, αν θα επιδιωχθεί καν η δικαστική ακύρωσή τους η άρνηση μεταγραφής από τον μεταγραφοφύλακα δεν μπορεί να θεωρηθεί επιτρεπτή (Γεωργιάδης – Σταθόπουλος, ό.π.)…» (ΜΠΗλείας ΝοΒ 1995, τ. 43, σελ. 413, ΝΟΜΟΣ) «…ενόψει του ότι μεταγράφονται μόνο οι έγκυρες πράξεις και όχι οι άκυρες και ανυπόστατες και ο μεταγραφοφύλακας μπορεί να αρνηθεί δικαιολογημένα της μεταγραφή άκυρης ή ανυπόστατης (μεταγραπτέας κατ’ αρχήν) πράξης εφόσον είναι εμφανής ή ακυρότητα (Γεωργιάδη – Σταθόπουλου Αστ. Κωδ. σε άρθρο 1192 αριθμός 5, ΕφΑθ 6444/2003 ΕλλΔνη 46.259, ΕφΑθ 1491/2003 ΕλλΔνη 2004.888), ενώ ομοίως κατ’ άρθρο 13 του β.δ. 533/1963 περί εκτελέσεως του άρθρου 10 του ν.δ 4201/1961, ο παραπάνω Υποθηκοφύλακας μπορεί να αρνηθεί τη ζητούμενη καταχώρηση και να απορρίψει την αίτηση μεταξύ άλλων, όταν δεν έχουν υποβληθεί όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ή δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του δικαιούχου ή του ακινήτου, ή όταν τα έγγραφα που υποβλήθηκαν δεν δικαιολογούν την αιτούμενη καταχώρηση ή σημείωση (ΕφΑθ 1491/2003 ό.π.), βάσιμα και δικαιολογημένα η παραπάνω Υποθηκοφύλακας αρνήθηκε την αιτούμενη μεταγραφή…» (ΕφΑθ 79/2008 ΕλλΔνη 2008, τ. 49, σελ. 1520).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν.δ. 4201/1961, «…Το δημόσιον ευθύνεται δια τας πράξεις ή παραλείψεις των εμμίσθων φυλάκων των υποθηκών και των υπαλλήλων των εμμίσθων υποθηκοφυλακείων συμφώνως προς το άρθρον 105 εδ. 1 του εισαγωγικού νόμου του αστικού κώδικος…»

…Ναι μεν η εναγομένη Υποθηκοφύλακας παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ν.δ/τος 4201/1961, σύμφωνα με τις οποίες κάθε μεταγραπτέα πράξη πρέπει να καταχωρίζεται όχι μόνο στα βιβλία μεταγραφών, αλλά και στο ειδικό ευρετήριο μεταγραφών (ευρετήρια μερίδων) και προκειμένου για πώληση ακινήτου η πράξη πρέπει να καταχωρίζεται τόσο στη μερίδα του αγοραστή όσο και στη μερίδα του πωλητή, πλην όμως η "παραβίαση" των διατάξεων αυτών δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της που συνίσταται στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της, αλλά σε πραγματική αδυναμία εύρυθμης λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου. Πέραν όμως τούτων δεν υφίσταται και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της "παράλειψης" της εναγομένης και της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη η ενάγουσα.

Ειδικότερα, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εξαιτίας της μη καταχώρησης του συμβολαίου αγοραπωλησίας στα ευρετήρια μερίδων και της έκδοσης των ως άνω πιστοποιητικών, δεν επιδόθηκε στην ίδια η από 13-7-1992 επιταγή προς εκτέλεση, και έτσι δεν μπόρεσε να εξοφλήσει έγκαιρα την απαίτηση της τράπεζας και να αποτρέψει τον πλειστηριασμό του ακινήτου, με αποτέλεσμα αφενός μεν να επιβαρυνθεί με τους τόκους του υφισταμένου δανείου ύψους 8.210.450 δραχμών, για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία μεταγραφής του πωλητηρίου συμβολαίου μέχρι και την ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού, αφ` ετέρου δε να υποβληθεί σε έξοδα για την άσκηση και συζήτηση της τριτανακοπής που άσκησε κατά της κατακυρωτικής έκθεσης του πλειστηριασμού (η οποία έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η κατακυρωτική έκθεση)…» (ΑΠ 1298/2009, ΝΟΜΟΣ).

«…προς εκπλήρωση της επιταγής της διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος του 1975 υπήχθησαν με το ν. 1406/1983 (Α’ 182) στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, μεταξύ άλλων, οι διοικητικές διαφορές ουσίας που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί της ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. (άρθρο 1 παρ. 2 περ. η').

Με το άρθρο 9 παρ. 1 περ. γ’ του ίδιου ν. 1406/1983 ορίστηκε ότι η εκδίκαση των διαφορών αυτών από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια - για τις οποίες εγείρεται από το δικαιούμενο αγωγή κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του νόμου τούτου - αρχίζει από 11.6.1985, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 9 ορίστηκε ότι: «Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος, κατά τον οποίο εκδόθηκε η διοικητική πράξη ή συντελέστηκε η παράλειψη ή κατά τον οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της»…

Εξ άλλου, στο άρθρο 284 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985 - Α' 182) ορίζεται ότι «Το δικαστήριο, με οποιαδήποτε διαδικασία και αν δικάζει, εξετάζει τα παρεμπίπτοντα ζητήματα ακόμη και όταν είναι αναρμόδιο να τα εκδικάσει».

Τέλος, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι “Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε, κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος...”…» (ΣτΕ 429/2008, ΝΟΜΟΣ). Το δημόσιο υποχρεούται σε αποζημίωση για την άρνηση έμμισθου Υποθηκοφύλακα να μεταγράψει συμβόλαιο αγοραπωλησίας. Κρίση ότι ο ενάγων δεν υπέστη άμεση υλική ζημία. Όμως υπέστη ψυχική ταλαιπωρία (υπέβαλε ξανά αίτηση μεταγραφής, εγγραφή υποθήκης, δίκη για τη μεταγραφή του ακινήτου, αγωνία για την έκβαση της δίκης αυτής και ενδεχόμενη δίκη για την άρση της υποθήκης). Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης 5.869,40 ΕΥΡΩ. (ΔΕφΑθ 627/2005 ΔΔίκη 2006, τ. 18, σελ. 1530, ΝΟΜΟΣ).

«…ο έμμισθος υποθηκοφύλακας ο οποίος προβαίνει σε μεταγραφές για τις οποίες εισπράττει τα νομίμως προβλεπόμενα πάγια και αναλογικά δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου (άρθρα 11 και 12 του ν. 325/1976 "περί καθορισμού των εισπραττομένων εν τοις αμίσθοις και εμμίσθοις Υποθηκοφυλακείοις δικαιωμάτων κλπ.), ασκεί δημόσια εξουσία (βλ. ΓνΕισΑΠ 2/1987 ΕλλΔνη 1987.1156 και 13/1986 ΕλλΔνη 1986.1530) και οι συναρτήσει με αυτή ή εξ αφορμής αυτής πράξεις ή παραλείψεις του, οι οποίες ενδεχομένως δημιουργούν σε τρίτους ζημία και κατά συνέπεια ευθύνη του δημοσίου προς αποκατάσταση, θεωρείται διοικητική διαφορά ουσίας και ως εκ τούτου, υπαγόμενης στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, δεν εκδικάζεται από τα πολιτικά δικαστήρια ελλείψει δικαιοδοσίας αυτών.

Από τα ανωτέρω και λαμβανομένου υπ΄ όψη και της διατάξεως του άρθρου 791 παρ. 1-5 του ΚΠολΔ, συνάγεται ευχερώς ότι στην περίπτωση που έμμισθος υποθηκοφύλακας αρνείται να μεταγράψει κάποια πράξη επειδή οι αιτούντες τη μεταγραφή αρνούνται να του καταβάλουν το επιζητούμενο απ’ αυτόν χρηματικό ποσό τελών και δικαιωμάτων 42 εγγραφής υπέρ του Δημοσίου ισχυριζόμενοι ότι νομίμως απαλλάσσονται τούτων, τότε οι αιτούντες δύνανται να προσφύγουν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων με την άσκηση του σχετικού ένδικου βοηθήματος (αίτηση που εκδικάζεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία) και να ζητήσουν από το δικαστήριο να επιλύσει τη διαφωνία και να διαταχθεί ο υποθηκοφύλακας να προβεί στην μεταγραφή. Στην περίπτωση αυτή το πολιτικό δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να κρίνει παρεμπιπτόντως το διοικητικής (δημοσιονομικής) φύσεως ζήτημα, εάν οφείλεται ή όχι το επιζητούμενο από τον υποθηκοφύλακα ποσό των τελών και δικαιωμάτων υπέρ του Δημοσίου.

Στην περίπτωση όμως που το επίδικο ποσό καταβληθεί στον υποθηκοφύλακα, τότε η ενδεχόμενη προσφυγή των αιτούντων με την οποία επιζητείται η απόδοση του καταβληθέντος ποσού, που οφείλεται, είτε ως αχρεωστήτως και παρανόμως εισπραχθέντος, είτε ως αποζημίωση ένεκα ευθύνης του Δημοσίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του, όπως αυτή αναλύθηκε διεξοδικά ανωτέρω, υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και όχι των πολιτικών…» (ΜΠΣάμου 234/2001, ΝΟΜΟΣ) .

«…Ο υποθηκοφύλακας που θα προβεί σε εγγραφή υποθήκης μέσα στο νόμιμο ωράριο λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου, αφού δεχτεί αίτηση, που δεν είναι παραδεκτή και δεν συνοδεύεται από τα απαραίτητα δικαιολογητικά, με το σκοπό να ωφεληθεί παράνομα ο ίδιος ή άλλος ή να βλάψει το κράτος ή άλλον τελεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, που προβλέπει και τιμωρεί το άρθρο 259 ΠΚ (ΑΠ 1385/2000 [ΣΤ’ Ποιν. Τμήμα – σε συμβούλιο]…» (ΤΠΝ ΔΣΑ).

ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ …υπάλληλος εν τη εννοία της διατάξεως αυτής (άρθρο 242 παρ. 1 και 3 Π.Κ) είναι και ο υποθηκοφύλακας (ΑΠ 276/1976 ΠοινΧρ ΚΣΤ 724…» ΑΠ (Ποιν) 1667/2005, ΤΝΠ ΔΣΑ).

πηγή: www.gadamopoulos.gr

Last Updated on Friday, 24 June 2011 08:41